ΕΚΦΡΑΣΗ

Ψάλλω τον εξάψαλμο

εννοεί

Επιπλήττω κάποιον με μεγάλη αυσηρότητα και επι μακρώ

Παράδειγμα

Όταν γύρισε αργά χωρίς να έχει ειδοποιήσει, η μητέρα του τού έψαλε τον εξάψαλμο.

ομοίως

Ψάλλω τον αναβαλλόμενο