Παροιμίες, εκφράσεις και αρχαία γνωμικά με θέμα:
Θύμωσε ο καλόγερος κι έσκισε (ή έκαψε) τα ράσα του.
λέγεται
Γυναίκα θυμωμένη, θάλασσα φουρτουνιασμένη.
δηλώνει πως
Θύμωσες, ξεθύμωσες, ο λόγος απομένει.
σημαίνει πως
Θύμωσ΄ ο καλόγηρος κι έκαψε τα γένεια του.
Θυμώνω με τον άνδρα μου, τι φταίνε τα παιδιά μου.
Θυμός του χωριάτη, ζημιά του πουγκιού του.
εννοεί πως
Έχει στα δόνται τρίχες.
Παίρνει φωτιά απ' το κάτω πάτωμα.
Χόλιασε ο γεωργός κι έκαψε τις κάλτσες του.
Το γλυκό κρασί κάνει το δυνατό ξύδι.
Θερίζει η μετάνοια όπου σπέρνει η οργή.
εκφράζει πως
Θυμώνοντας τη γειτόνισσα μαθαίν' η μια την άλλη.
δηλωνει πως
Τον αποσπερνό θυμό κρύψε τον για το πουρνό.
Tο αψύ το ξίδι το αγγειό του χαλάει
Δε θέλει να τον βλέπει ούτε ζωγραφιστό.
εκφράζει
Έγινε Τούρκος
δηλώνει
Φυσάει και ξεφυσάει
Ας πιει ξύδι.
σημαίνει
Δώσε τόπο στην οργή.
Βγάζει καπνό από την μύτη του.
Πνέει μένεα
Έγινε θηρίο
Θόλωσε το μάτι του
Θυμώ μετάστασιν δίδου
δηλαδή
Σαν ζημιωμένος μπακάλης (κάθεται)
Μεγαλύτερο είναι το γινάτι του από το μπόι του.
Θυμόν φυλάττου το φρονείν γαρ ουκ έχεις.
Θυμός μεγίστων αίτιος κακών βροτοίς
Θυμού, ιατρός λόγος