ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ MΕ ΤΙΤΛΟ : "ΛΟΓΟΣ"

  • Ο λόγος σου με χόρτασε και τα ψωμί σου φάτο.
    σημαίνει πως:

  • Τα βόδια τα δένουν απ’ τα κέρατα, τον άνθρωπο απ’ το λόγο του.
    Δηλώνει πως:

  • Είπες λόγο κι έκαψες λόγγο.
    σημαίνει:

  • Ο λόγος κάνεις τους φίλους μας, ο λόγος τους εχθρούς μας.
    δηλώνει πως:

  • Ο λόγος όταν ειπωθεί, δεν μπορεί να μαζευτεί.
    δηλαδή:

  • Ο λόγος που λες κρυφά, ακούγεται μακριά.
    δηλώνει πως:

  • Ο λόγος πρώτα στο κόσκινο κι ύστερα στο στόμα.
    δηλώνει πως:

  • Ο μεν λόγος θαυμαστός, ο δε λέγων άπιστος.
    λέγεται:

  • Ο Θεός έδωσε τα δόντια για να συγκρατούν την γλώσσα.
    δηλώνει πως:

  • Μια σταλαγματιά μέλι γλυκαίνει θάλασσα
    λέγεται:

  • Πρωτα να σκέφτεσαι κι ύστερα να μιλάς.
    αλλιώς:

  • Ο καλός ο λόγος βγάζει το φίδι απο την τρύπα.
    δηλαδή:

  • Το λέει της νύφης για να το ακούσει η πεθερά.
    σημαίνει πως :

  • Εν τη ρύμη του λόγου.
    σημαίνει :

  • Κάθε λόγος έχει και την απόκρισή του.
    σημαίνει πως:

  • Το πουλί απο το κελάιδημα και ο άνθρωπος απο τη λαλιά του φαίνεται.
    δηλώνει πως:

  • Το σκυλί όταν τσακίζεται, με τη γλώσσα γιατρεύεται.
    εννοεί πως:

  • Λόγος του και λόγος μου.
    λέγεται:

  • Η πληγή της μαχαιριάς βρίσκει γιατρειά, τηε γλώσσας δεν βρίσκει ούτε παρηγοριά.
    δηλώνει πως:

  • Η γλώσσα έχει και γλωσσοδέτη.
    εννοει πως :

  • Λόγος στην ώρα του πολλούς παράδες κάνει.
    σημαίνει πως :

  • Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μην πεις.
    εννοεί πως:


  • ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ MΕ ΤΙΤΛΟ : "ΛΟΓΟΣ"

  • Το λακωνίζεις εστί φιλοσοφείν.
    σημαίνει :

  • Τα είπε με το νι και με το σίγμα.
    δηλαδή:

  • Του τα είπε χύμα, έξω απο τα δόντια.
    δηλαδή:

  • Του λύθηκε η γλώσσα.
    λέγεται:

  • Για του λόγου το αληθές / ασφαλές.
    δηλαδή:


  • ΑΡΧΑΙΑ ΓΝΩΜΙΚΑ MΕ ΤΙΤΛΟ : "ΛΟΓΟΣ"

  • Γλώσσα που πορεύη; Πόλιν ανορθώσασα, και πόλιν αναστρέψουσα.
    δηλώνει ότι:

  • Ειπών α θέλεις, αντάκου α μη θέλεις.
    σημαίνει πως:

  • Η λέγε τι σιγής κρείττον ή σιγήν έχε.
    σημαίνει :

  • Χίος παραστάς Κώον ουκ έα λέγειν.
    σημαίνει πως :