ΑΡΧΙΚΗ
| Μισέλ Λουίζ 1830 έως 1905 (75)
ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ | ||
|---|---|---|---|
|
αποσπάσματα
|
Η Λουίζ Μισέλ (1830-1905, Louise Michel) ήταν Γαλλίδα συγγραφέας, ποιήτρια, και αναρχική επαναστάτρια, πρωταγωνίστρια της Παρισινής Κομμούνας του 1871. Γεννήθηκε στις 29 Μαΐου του 1830, κόρη της υπηρέτριας ενός αρχοντικού και του γιού των ιδιοκτητών. Μεγάλωσε με τη μητέρα της και τους γονείς του πατέρα της οι οποίοι την δέχτηκαν σαν πραγματικό τους εγγόνι. Από μικρή έδειχνε αγάπη και συμπόνια προς όσους υπέφεραν, το ένστικτο της εξέγερσης ενάντια στις κοινωνικές ανισότητες, την οδήγησε στο δρόμο της ποίησης και της αναρχίας. Έφηβη ακόμη έστειλε στίχους στον Βίκτωρα Ουγκώ που της απάντησε ενθαρρύνοντάς την. Στα 22 της εργαζόταν ως δασκάλα με ένα δικό της σύστημα διδασκαλίας που στηριζόταν στην παρατήρηση της Φύσης, πρωτοφανές για την εποχή με αποτέλεσμα την απόλυσή της. Μετακόμισε στο Παρίσι όπου έγινε παιδαγωγός της κόρης της Γεωργίας Σάνδη. Εκεί αφοσιώθηκε στη διδασκαλία, στη συγγραφή ποιημάτων και στο διάβασμα, ενώ οργανώθηκε και στις τάξεις του αναρχικού κινήματος.
Στις 14 Ιουλίου 1870 ξέσπασε ο πόλεμος ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία με το Παρίσι να πολιορκείται από τον πρωσικό στρατό. Η Μισέλ θα οργανώσει μια ομάδα εθελοντών για να πάνε στο Στρασβούργο να βοηθήσουν την αντίσταση ενάντια στον πρωσικό στρατό. Εκεί θα συλληφθεί για πρώτη φορά, σύντομα θα αφεθεί ελεύθερη. Τον Ιανουάριο του 1871 οι μοναρχικοί σχεδιάζουν στο Παρίσι την ανατροπή της εθνοφρουρά και την σύλληψη των δημοκρατών ωστόσο αποτυγχάνουν καθώς ο λαός του Παρισιού βγαίνει στους δρόμους, στις 18 Μαρτίου 1871, πολεμώντας για την ελευθερία και την ισότητα, Η Λουίζ Μισέλ είναι εκ των πρωταγωνιστών, είναι μέλος των λόχων πορείας και μάχεται με απαράμιλλη γενναιότητα σε κάθε ευκαιρία. Μετά την πτώση της Κομμούνας, η Λουίζ Μισέλ παραδίνεται στις αρχές και στις 16 Δεκεμβρίου του 1871, στην ηλικία των τριάντα έξι, καταδικάζεται από την Κυβέρνηση των Βερσαλλιών σε ισόβια απέλαση. Μεταφέρεται στην νέα Καληδονία στον Ειρηνικό όπου θα ζήσει σε πολύ σκληρές συνθήκες κράτησης. Μετά από 5 χρόνια στην εξορία, της επιτρέπεται να διδάξει στα παιδιά των αποίκων και οργανώνει μία τάξη σχολείου σε μια καλύβα. Το 1878 ξεσπά εξέγερση των ιθαγενών κατά των γάλλων εισβολέων, την κατηγορούν ότι έχει βοηθήσει τους εξεγερμένους καθώς όπως πάντα υποστηρίζει τους κατατρεγμένους, σε αντίθεση με τους περισσότερους εκτοπισμένους που βοηθούν ενεργά τις Αρχές στο έργο της καταστολής. Το 1880 δόθηκε γενική αμνηστία και επέστρεψε στη Γαλλία όπου έτυχε μεγάλης αναγνώρισης και εκτίμησης από την εργατική τάξη, την οποία προσπαθούσε να αφυπνίσει για να ζητηθούν καλύτερες συνθήκες ζωής και εργασίας, με ομιλίες και άρθρα σε αναρχικές εφημερίδες. Συνελήφθη ξανά κατά τη διάρκεια διαδήλωσης στο Παρίσι το 1883 και καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλάκισης. Έμεινε στην φυλακή μέχρι τον Ιανουάριο του 1886 οπότε και αποφυλακίστηκε μαζί με άλλα στελέχη του αναρχικού χώρου, έπειτα από χορήγηση πολιτικής αμνηστίας. Λίγους μήνες αργότερα την συνέλαβαν και πάλι κατά την διάρκεια μιας απεργίας στην οποία πρωτοστάτησε, καταδικάστηκε σε 15μηνη φυλάκιση, ως ηθική αυτουργός των επεισοδίων. Αποφυλακίστηκε ύστερα από 4 μήνες ενώ στις 22 Ιανουαρίου 1888 έγινε απόπειρα δολοφονίας εναντίον της από έναν φτωχό φανατικό βασιλόφρονα. Τραυματίστηκε στο αυτί και στο μάγουλο ωστόσο στη δίκη του ανθρώπου που θέλησε να την σκοτώσει προσπάθησε να τον υπερασπιστεί λέγοντας πως «είχε παρασυρθεί από μια άθλια κοινωνία». Το 1890 την συνέλαβαν και πάλι μετά από μια ομιλία της με την κατηγορία της διέγερσης σε στάση, αναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί στην Αγγλία. Εκεί άνοιξε ένα σχολείο για τα παιδιά των πολιτικών προσφύγων. Μέχρι τον θάνατό της, και παρακολουθούμενη από την αστυνομία, περιόδευε και έδινε διαλέξεις σε Ευρωπαϊκές χώρες υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας και συμμετείχε σε εκδόσεις αναρχικών εντύπων, όπως της εφημερίδας «Ελευθερία». Πέθανε στις 10 Ιανουαρίου 1905 από πνευμονία, σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στην Μασσαλία, κατά την διάρκεια περιοδείας της στη νότια Γαλλία. |
||