| |||
|---|---|---|---|
|
Εις την Κρήτη
|
Ο Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917) ήταν Κύπριος ποιητής, ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της Κυπριακής λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στο Λευκόνοικο, της επαρχίας Αμμοχώστου και μικρό παιδί στάλθηκε να ζήσει με τον θείο του, που ήταν παπάς, δάσκαλος, στιχουργός και αγιογράφος, ώστε να τον αναθρέψει και να τον μάθει γράμματα. Αργότερα τον στείλανε στη Λευκωσία και μείνει στα υποστατικά της Αρχιεπισκοπής, προστατευόμενος ενός ιεροδιάκονου, ξάδερφου του πατέρα του, για να συνεχίσει τις σπουδές του και για να μάθει αγιογραφία. Από κει πήγε στη Φλωρεντία για να σπουδάσει ζωγραφική, μα σύντομα έφυγε για την Ελλάδα όπου πήρε μέρος, ως εθελοντής, στα απελευθερωτικά κινήματα στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Επέστρεψε στην Κύπρο το 1878 και ξεκίνησε να δημοσιεύει ποιήματα σε διάφορα έντυπα.
Το 1882 εξέδωσε την πρώτη συλλογή, «Η Ασθενής Λύρα», με ποιήματα πατριωτικά και ερωτικά. Το 1911 εκδίδεται η δεύτερη και τελευταία συλλογή του, με τον συμβατικό τίτλο «Ποιήματα». Έγραψε στην κυπριακή διάλεκτο, στη δημοτική και στην καθαρεύουσα. Το ποίημα του «9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου» αναφέρεται στον απαγχονισμό του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού στις 9 Ιουλίου 1821 επιδιώκοντας να δείξει πως η Κύπρος δεν έμεινε αμέτοχη στην επανάσταση του 1821. Το άλλο του μεγάλο ποίημα, «Η Χιώτισσα εν Λεμεσώ κατά το 1821», είναι η περιπέτεια μιας σκλάβας Χιωτοπούλας που βρίσκεται στο χαρέμι κάποιου μπέη στη Λεμεσό. Ο Μιχαηλίδης για να βγάζει τα προς το ζην εργάστηκε ως επιστάτης στο νοσοκομείου της Λεμεσού, ωστόσο σταδιακά άρχισε να πίνει πολύ και να έχει προβλήματα υγείας. Πέρασε τα τελευταία του χρόνια, μέχρι το θάνατο του το 1917, άρρωστος και εξαθλιωμένος, στο πτωχοκομείο της Λεμεσού. |
||