ΑΡΧΙΚΗ
| Ρίτσος Γιάννης 1909 έως 1990 (81)
ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ | ||
|---|---|---|---|
|
Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ..
Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. Άφησέ με να’ρθω μαζί σου. Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα. Άφησε με να’ρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη κι άυλη τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του. Άφησε με να’ρθω μαζί σου. |
Ο Γιάννης Ρίτσος ήταν Έλληνας ποιητής, από τους σπουδαιότερους της σύγχρονης εποχής. Γεννήθηκε στην Μονεμβασιά στις 1 Μάιου του 1909, το τελευταίο από 4 παιδιά μια πλούσιας αριστοκρατικής οικογένειας με μεγάλη κτηματική περιουσία και καταγωγή από Κρήτη (ο πατέρας του) και από Γύθειο (η μητέρα του). Ζούσαν σε ένα σπίτι στην είσοδο της καστροπολιτείας ενώ ο Γιάννης πήγε σχολείο στο Γύθειο. Από μικρός επέδειξε μια καλλιτεχνική φύση, ζωγράφιζε, έμαθε πιάνο, έφτιαχνε στίχους. Το 1917 με την αγροτική μεταρρύθμιση του Βενιζέλου αναδιανεμήθηκε η αγροτική γη σε ακτήμονες αγρότες κι η οικογένεια του έχασε μεγάλο μέρος των κτημάτων του. Ο πατέρας του δεν ήξερε να κάνει τίποτε και ήρθαν δύσκολες οικονομικά μέρες. Πολλά χρήματα δόθηκαν εξαιτίας της αρρώστιας του αδερφού του, ο οποίος τελικά πέθανε το 1921 από φυματίωση. Λίγους μήνες αργότερα, πέθανε κι η μητέρα του από την ίδια πάθηση. Ο Γιάννης μετακομισε με την αδερφή του Λούλα στην Αθήνα το 1925, έπιασε δουλειά ως δακτυλογράφος και συγχρόνως έγραφε ποιήματα. Το 1927 διαγνώστηκε με φυματίωση και μπήκε στο νοσοκομείο Σωτηρία όπου παρέμεινε για 3 χρόνια. Εκεί έγινε μέλος του ΚΚΕ και τελείωσε τις πρώτες του συλλογές ποιημάτων που θα δημοσιευτούν ύστερα από μερικά χρόνια (Τρακτέρ 1934, Πυραμίδες 1935). Το 1936 γράφει τον Επιτάφιο αντλώντας έμπνευση από την αιματηρή καταστολή της διαδήλωσης των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη. Το βιβλίο ρίχνεται στην πυρά από το καθεστώς (δικτατορία Μεταξά) ως ανατρεπτικό. Ο Ρίτσος κάνει διάφορες δουλειές, όπως χορευτής, ηθοποιός, ενώ στην Κατοχή εξαιτίας μιας υποτροπής της αρρώστιας του περνάει αρκετό καιρό στο κρεβάτι, όπου τουλάχιστον γράφει ασταμάτητα.
Το 1944 εγκαταλείπει την Αθήνα με τις αριστερές δυνάμεις και πηγαίνει στην Κοζάνη. Το 1948 εξορίζεται στην Λήμνο εξαιτίας των αριστερών του φρονημάτων, αργότερα στη Μακρόνησο και στο τέλος στον Αϊ – Στράτη. Απελευθερώνεται τον Αύγουστο του 1952. Το έργο του όλα αυτά τα χρόνια είναι απαγορευμένο, εκείνος δεν σταματάει να γράφει. Το 1954 παντρεύεται τη γιατρό Γαρυφαλιώ Γεωργιάδου και το 1955 γεννιέται η κόρη του, Έρη. Το 1956 του απονέμεται το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη Σονάτα του σεληνόφωτος. Περνάει μερικά ήρεμα χρόνια, γράφοντας και κάνοντας διορθώσεις και επιμέλειες κειμένων για εκδοτικούς οίκους. Μόλις ξεσπάει η δικτατορία συλλαμβάνεται και εξορίζεται στη Γυάρο και ύστερα στην Λέρο. Το 1968 εγχειρίζεται στον Άγιο Σάββα για νεοπλασία στη ουροδόχο κύστη, και μετά ξαναμεταφέρεται στην εξορία του. Ελευθερώνεται το 1971 και επιστρέφει στην Αθήνα. Τα επόμενα χρόνια είναι χρόνια αναγνώρισης, γίνεται επίτιμος διδάκτωρ σε πανεπιστήμια του εσωτερικού και του εξωτερικού, κερδίζει το βραβείο Λένιν καθώς και πολλά άλλα βραβεία ποίησης, είναι υποψήφιος για Νόμπελ. Ο Ρίτσος έγραψε περισσότερες από 100 ποιητικές συλλογές καθώς και μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχει κερδίσει διεθνή φήμη. Έζησε τα τελευταία του χρόνια στη Σάμο, επέστρεψε το 1990 στην Αθήνα με προβλήματα υγείας, πέθανε στις 11 Νοεμβρίου. |
||