ΑΡΧΙΚΗ
| Σολζενίτσιν 1918 έως 2008 (90)
ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ | ||
|---|---|---|---|
|
Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ
“Δεν ήταν αρκετή η αγάπη μας για την ελευθερία…. Μας άξιζαν λοιπόν όλα όσα ακολούθησαν”. “Τώρα, ύστερα από εικοσιπέντε χρόνια, μπορεί να σκεφτεί κανείς: ναι, μα καταλαβαίνατε βέβαια πως ολόγυρά σας κοχλάζανε οι συλλήψεις, πως γίνονταν βασανιστήρια στις φυλακές, και νιώθατε σε τι βούρκο σας τραβούσαν. Όχι!! Δεν το καταλαβαίναμε, γιατί οι κλούβες κυκλοφορούσαν τη νύχτα, ενώ εμείς κάναμε παρελάσεις τη μέρα με τις σημαίες. Από πού να τις μάθουμε και πώς να τις διανοηθούμε τις συλλήψεις; Τι μας ένοιαζε εμάς αν άλλαζαν όλους τους ηγέτες των περιοχών; ….στην αρχή επιτρέψαμε να μας σκοτώνουν κατά εκατομμύρια, και έπειτα περιποιόμαστε τους φονιάδες μας στα ευτυχισμένα γεράματά τους. |
Ο Αλεξάντρ Ισάγεβιτς Σολζενίτσιν (1918 – 2008) ήταν Ρώσος μυθιστοριογράφος, ιστορικός και διηγηματογράφος γνωστός για τα βιβλία στα οποία περιέγραψε την φρίκη που επικρατούσε στα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1918 στην πόλη Κισλοβόντσκ της Σταυρούπολης, ο πατέρας του που ήταν ευκατάστατος χωρικός ο οποίος σκοτώθηκε σε κυνηγετικό ατύχημα έξι μήνες πριν την γέννηση του γιου του. Το 1924 μετακόμισαν στο Ροστόφ όπου ο Σολζενίτσιν τελείωσε το σχολείο και τη φυσικομαθηματική σχολή του τοπικού πανεπιστημίου. Το 1939 άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα δι' αλληλογραφίας του μοσχοβίτικου Ινστιτούτου Φιλοσοφίας, Λογοτεχνίας και Ιστορίας. Παντρεύτηκε το 1940 και το 1941 κατατάχθηκε στο ρωσικό στρατό. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες κατά των γερμανών στην ανατολική Πρωσία και παρασημοφορήθηκε 2 φορές για τον ηρωισμό του. Ωστόσο σε ένα γράμμα προς κάποιο φίλο αναφέρθηκε ειρωνικά για τις ικανότητες του Στάλιν με συνέπεια να συλληφθεί και να καταδικαστεί σε οκταετή καταναγκαστική εργασία και ισόβια εκτόπιση. Το 1953 έληξε η ποινή της καταναγκαστικής εργασίας, το 1954 αντιμετωπίστηκε ο καρκίνος από τον οποίο έπασχε σε ένα νοσοκομείο της Τασκένδης και μετά την αποσταλινοποίηση μπόρεσε να επιστρέψει στα ευρωπαϊκά εδάφη της χώρας, όπου εργάσθηκε ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης. Παράλληλα επιδόθηκε στη συγγραφή, αλλά κρατώντας τη δραστηριότητα μυστική. Χρόνια εκμυστηρεύτηκε πως δεν άφηνε ούτε τους πιο κοντινούς του ανθρώπους να τα διαβάσουν υπό το φόβο ότι θα ξαναέμπλεκε. Τελικά το 1961 έδωσε στον αρχισυντάκτη του περιοδικού Νόβι Μιρ (Νέος Κόσμος), το χειρόγραφο τού «Μια μέρα στη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς», όπου περιέγραφε τη ζωή στο γκούλαγκ. Το βιβλίο εκδόθηκε με ειδική άδεια από το Νικίτα Χρουστσόφ και σύντομα μεταφράστηκε στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου προκαλώντας σοκ στην παγκόσμια κοινή γνώμη. Όταν ο Χρουστσόφ εξαναγκάστηκε σε παραίτηση το 1964 και ανέλαβε ο Μπρέζνιεφ, ο Σολζενίτσιν ξανάρχισε να έχει προβλήματα με τις αρχές, το 1965 η μυστική αστυνομία κατάσχεσε κάποια χειρόγραφά του και γενικά σε κάθε ευκαιρία τού γινόταν σαφές ότι βρίσκεται σε δυσμένεια. Όταν το 1970 του απενεμήθη το Νόμπελ Λογοτεχνίας, δεν τόλμησε να πάει στη Στοκχόλμη για να το παραλάβει, φοβούμενος ότι θα του αρνούνταν την επιστροφή στη χώρα. Το 1973 κυκλοφόρησε στη Δύση το σπουδαιότερο έργο του, το «Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ». Οι σοβιετικές αρχές εξοργίσθηκαν, αλλά λόγω της παγκόσμιας αναγνωρισιμότητάς του αδυνατούσαν να λάβουν ποινικά μέτρα εναντίον του. Τελικά το 1974 πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα κι εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ - αρχικά στην Καλιφόρνια, μετά από πρόσκληση του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, και από το 1976 στο Βερμόντ. Το 1990 η κυβέρνηση Γκορμπατσώφ τού επαναχορήγησε τη σοβιετική ιθαγένεια, αλλά ο Σολζενίτσιν επέστρεψε μόνο μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, το 1994, μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του. Τα παιδιά τους προτίμησαν να παραμείνουν στις ΗΠΑ. Εγκαταστάθηκe σε μία ντάτσα (εξοχική κατοικία) στη δυτική Μόσχα, όπου έζησε μέχρι το θάνατό του στις 3 Αυγούστου του 2008. |
||