Η Επέτειος
Όλοι οι βασιλείς κι όλοι οι ευνοούμενοί τους,
με όλη την ομορφιά, την ευφυΐα, τη δόξα και την τιμή τους,
κι αυτός ο ήλιος που καθορίζει τις ώρες που διαβαίνουν,
είναι τώρα μεγαλύτεροι κατά έναν χρόνο
από τότε που εσύ κι εγώ πρωτοείδαμε ο ένας τον άλλον.
Τα πάντα οδεύουν προς τη φθορά·
μόνο η αγάπη μας δεν έχει φθαρεί.
Δεν γνωρίζει ούτε χθες ούτε αύριο·
τρέχοντας, τρέχει, μα εμάς δεν μας ξεχνά·
κρατά πάντοτε την πρώτη, την τελευταία
και την αιώνια ημέρα της.
Δύο τάφοι θα σκεπάσουν το δικό σου και το δικό μου λείψανο·
αν ένας αρκούσε, ο θάνατος δεν θα ήταν χωρισμός.
Αλίμονο, όπως κι άλλοι πρίγκιπες, εμείς
(που πρίγκιπες ο ένας για τον άλλον είμαστε)
στον θάνατο τελικά θ’ αφήσουμε αυτά τ’ αυτιά και τα μάτια,
που συχνά τρέφονταν με όρκους αγάπης
και με γλυκά και αλμυρά δάκρυα.
Όμως οι ψυχές, όπου τίποτε άλλο εκτός από την αγάπη δεν κατοικεί
(ενώ όλες οι άλλες σκέψεις απλώς φιλοξενούνται),
θα τη βιώσουν·
ή μάλλον, εκεί ψηλά η αγάπη τους θα αυξηθεί,
όταν τα σώματα μέσα στους τάφους τους αναπαυθούν
και οι ψυχές εγκαταλείψουν τους τάφους τους.
Και τότε θα είμαστε πέρα για πέρα ευλογημένοι,
όχι όμως περισσότερο από όσο είμαστε τώρα.
Γιατί εδώ πάνω στη γη είμαστε βασιλείς,
και μόνο εμείς μπορούμε να είμαστε,
χωρίς υπηκόους, τέτοιοι βασιλείς.
Ποιος είναι πιο ασφαλής από εμάς;
Κανείς δεν μπορεί να μας προδώσει,
παρά μόνο ο ένας από τους δυο μας.
Από αληθινούς και ψεύτικους φόβους ας απέχουμε·
ας αγαπηθούμε μεγαλόψυχα, ας ζήσουμε,
ας προσθέσουμε χρόνια και χρόνια στα χρόνια,
μέχρι να γιορτάσουμε την τρίτη εικοσαετία μας.
Τώρα διανύουμε τη δεύτερη της δυναστείας μας.