Για τον Θεαιω, Αργείω Παλαιστή
1
« Υμνείστε, ω Χάριτες, του Δαναού την πόλη
και τις πενήντα τις λαμπρόθρονες τις κόρες του.
Υμνείστε το Άργος, όπου η Ήρα έχει το λαμπρό το δώμα
αντάξιο της θείας καταγωγής της.
Από δόξα άφθιτη το Άργος απασπράπτει,
χάρις στα επιτεύγματα των πάντολμων των τέκνων της.
Θα παρέτεινα τον ύμνο, ανιστορώντας
τους άθλους του Περσέα, που δάμασε
τη Μέδουσα – Γοργόνα. Πολυάριθμες είναι οι πόλεις,
που το Άργος έκτισε κι εποίκισε στην Αίγυπτο
με τα χέρια του Επάφου.
Και να ιστορήσω για την Υπερμήστρα,
που μόνη αυτή, ατάραχη,
το ξίφος δεν απέσυρε απ’ τη θήκη;
2
Άλλοτε η ξανθή θεά, η θεά η γλαυκώπις,
έκαμε αθάνατο το Διομήδη.
Κοντά στις Θήβες, με κεραυνό του Δία,
έθαψε κάτω απ’ τη γη, τον μάντη, γιο του Οϊκλέους,
που τρομερός ήταν στον πόλεμο, ωσάν θύελλα.
Και με τις γυναίκες τις καλλίκομες το Άργος
κρατά κι εδώ την πρώτη θέση.
Εδώ ο Δίας ήλθε για την Αλκμήνη, την Δανάη,
αξιόπιστο, λοιπόν, αυτό που είπα. Το Άργος έδωσε
στου Αδράστου τον πατέρα και στον Λυγκέα
το γόνιμο το πνεύμα και της δικαιοσύνης την αγάπη.
3
Την γενναιότητα του Αμφυτρίωνα το Άργος
έχει θρέψει. Ο υπέρτατος θεός εισέδυσε
στο γένος του ήρωα αυτού, όταν τα χαλκά τα όπλα του
φορώντας, τους Τηλεβόες εξολόθρευσε.
Ο βασιλέας των αθανάτων τη μορφή του πήρε
κι εισόρμησε στο δώμα του κι έσπειρε τότε
το ατρόμητο του Ηρακλέους γένος.
Κι αυτός τώρα, ο Ηρακλής, έχει στον Όλυμπο
ως σύζυγο, την πλέον ωραία απ’ τις θεές, την Ήβη,
σύντροφο της Ήρας, της μητέρας της,
του γάμου αυτού εγγύηση ιερή.