Αρχική Ποιητές Ποίημα
Spleen
(Μετάφραση: K. Γ. Καρυωτάκης)

Είμαι σαν κάποιο βασιλιά
σε μια σκοτεινή
χώρα,
πλούσιο, αλλά, χωρίς ισχύ,
νέον, αλλά από τώρα γέρο,
που τους παιδαγωγούς φεύγει,
περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει
ματαιοπονεί
μ' όσες μπαλάντες απαγγέλλει
ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια
το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες,
πού είν’ έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει
, πώς πολύ πολύ τον αγαπούν,
ούτε η αγέλη των σκυλιών,
τα γεράκια,
το κυνήγι,
ούτε ο λαός, προστρέχοντας,
η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του,
κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο,
σέρνεται σκελετός.
Χρυσάφι κι αν τού φτιάνουν οι σοφοί,
δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο
ν’ αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά,
τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών
τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα
σ’ αυτό το πτώμα
που έχει μόνο της Λήθης
το νερό στις φλέβες του
και τρέχει.
← Επιστροφή στην αρχική