Αρχική Ποιητές Ποίημα
Η γη των Ανθρώπων
(αποσπάσματα)
Γερογραφειοκράτη φίλε μου, που κάθεσαι πλάι μου και είσαι ο
ίδιος ο εαυτός μου. Τίποτα δε σ’ έκανε να ξεφύγεις απ’ όπου
βρίσκεσαι και δεν είσαι διόλου υπεύθυνος γι’ αυτό. Έφτιαξες την
ηρεμία σου όπως κάνουν οι τερμίτες, έχοντας για τα καλά
φρακάρει όλους τους δρόμους που οδηγούν από τη φυλακή τους
στο φως. Τυλίχτηκες μέσα στην αστική ασφάλεια, με τις συνήθειές
σου να πνίγουν την επαρχιώτικη ζωή σου. Σήκωσες τούτο το
ταπεινό ανάχωμα ενάντια στους ανέμους, τις πλημμύρες και τα
άστρα. Δεν έχεις κέφι να νοιαστείς διόλου για τα μεγάλα
προβλήματα και είχες αρκετά τέτοια για να ξεχάσεις την
ανθρώπινη υπόστασή σου. Δεν είσαι πλέον ο κάτοικος ενός
περιπλανώμενου πλανήτη, δεν θέτεις πια ερωτήματα στον εαυτό
σου χωρίς να παίρνεις απάντηση: είσαι ένας μικροαστός. Κανείς δε
σε άρπαξε από τους ώμους για να σε ταρακουνήσει, όταν ακόμη
ήταν καιρός. Τώρα, έχει πια ξεραθεί και σκληρύνει ο πηλός που σ’
έπλασε, κανένας δε θα μπορέσει να ξυπνήσει τον κοιμισμένο
μουσικό μέσα σου, ή τον ποιητή, ή τον αστρονόμο –αν υπήρξες
ποτέ κάτι απ’ όλα αυτά.
Ένα παιδί θήλαζε μια μάνα, τόσο κουρασμένη, που έμοιαζε σαν να
κοιμόταν. Η ζωή μεταδινόταν μέσα στην παραζάλη και την
ανακατωσούρα του ταξιδιού. Κοίταζα τον πατέρα. Ένα κεφάλι βαρύ
και γυμνό σαν πέτρα. Ένα κορμί διπλωμένο στον άβολο ύπνο,
φυλακισμένο στα ρούχα της δουλειάς, φτιαγμένο από καμπούρες
και βαθουλώματα. Έμοιαζε με ένα σωρό λάσπη. Έτσι, τη νύχτα,ναυάγια που δεν έχουν πια ανθρώπινο σχήμα κοιμούνται βαριά
πάνω στους πάγκους της αγοράς. Και συλλογιόμουν: το πρόβλημα
δεν βρίσκεται διόλου σε αυτή τη μιζέρια, σε αυτή τη βρώμια, ούτε
σε αυτή την ασχήμια. Όμως αυτός ο ίδιος άντρας και αυτή η ίδια
γυναίκα, γνωρίστηκαν μια μέρα και ο άντρας σίγουρα χαμογέλασε
στη γυναίκα. Σίγουρα μετά τη δουλειά της έφερε λουλούδια.
Συνεσταλμένος και αδέξιος, έτρεμε ίσως μην τον περιφρονήσει.
Μα η γυναίκα, από φυσική φιλαρέσκεια, η γυναίκα, σίγουρη για τη
χάρη της ευχαριστιόταν ίσως να τον κρατούσε σε αμφιβολία. Και
εκείνος που πια δεν είναι σήμερα παρά μια μηχανή για να σκάβει ή
να φτυαρίζει, δοκίμαζε έτσι στην καρδιά του τη γλυκεία αγωνία. Το
μυστήριο είναι πού έγιναν αυτοί οι σωροί από λάσπη. Από ποιο
τρομερό καλούπι πέρασαν και τους σημάδεψε, όπως η πρέσα το
μέταλλο; Ένα γερασμένο ζώο διατηρεί τη χάρη του. Γιατί αυτή η
ωραία ανθρώπινη άργιλος έπαθε τέτοια φθορά;
Κάθισα αντίκρυ σε ένα ζευγάρι. Ανάμεσα στον άντρα και στην
γυναίκα, το παιδί, όσο γινόταν πιο βολικά, είχε χωθεί και
κοιμόταν. Γύρισε όμως μέσα στον ύπνο του και το πρόσωπο του
μού φανερώθηκε κάτω από το φώς του βαγονιού. Ά! Τι εξαίσιο
πρόσωπο! Είχε γεννηθεί από αυτό το ζευγάρι, κάτι σαν ένας
χρυσός καρπός. Από αυτά τα βαριά και άχαρα σώματα είχε βγει
αυτό το επίτευγμα λεπτότητας και χάρης. Έσκυψα πάνω από αυτό
το λείο μέτωπο, από αυτά τα γλυκά σουφρωμένα χείλη και είπα
μέσα μου: να ένα πρόσωπο μουσικού, να το παιδί Μότσαρτ, να μια
ωραία υπόσχεση της ζωής. Οι μικροί πρίγκιπες των παραμυθιών
δεν ήταν αλλιώτικοι. Αν έβρισκε προστασία, στοργή, καλλιέργεια,
και τι δε θα μπορούσε να γίνει! Όταν γεννιέται ένα καινούργιο
τριαντάφυλλο, στους κήπους, από διασταύρωση, όλοι οι κηπουροί
συγκινιούνται. Απομονώνουν το τριαντάφυλλο, το καλλιεργούν, το
ευνοούν. Όμως δεν υπάρχει κηπουρός για τους ανθρώπους. Το
παιδί Μότσαρτ θα περάσει, μαζί με τους άλλους από την πρέσα. Ο
Μότσαρτ θα βρει τις πιο ανώτερες χαρές του στη διεφθαρμένη
μουσική, μέσα στη βρωμιά των καφενείων. Ο Μότσαρτ είναι
καταδικασμένος.
Και ξαναγύρισα στο βαγόνι μου. Μέσα μου έλεγα: αυτοί οι
άνθρωποι δεν υποφέρουν καθόλου από την κατάντια τους. Και δεν
είναι ο οίκτος που με βασανίζει. Το θέμα δεν είναι να συγκινείσαι
για μια πληγή που ποτέ δεν κλείνει. Αυτοί που την έχουν δεν την
νοιώθουν. Εκείνο που τραυματίζεται εδώ, που βλάπτεται, είναι το
ανθρώπινο είδος και όχι το άτομο. Δεν πιστεύω καθόλου στον
οίκτο. Αυτό που με βασανίζει είναι η άποψη του κηπουρού. Αυτό
που με βασανίζει δεν είναι τούτη η αθλιότητα, όπου στο κάτωκάτω βολεύεται κανείς, το ίδιο καλά, όπως και στην τεμπελιά.
Γενιές και γενιές ανατολίτες ζούνε μέσα στην λίγδα και τους
αρέσει. Αυτό που με βασανίζει δεν το θεραπεύουν τα λαϊκά
συσσίτια. Αυτό που βασανίζει δεν είναι ούτε οι καμπούρες και τα
βαθουλώματα στα κορμιά ούτε η ασχήμια. Είναι ο Μότσαρτ που
δολοφονείται μέσα στον κάθε άνθρωπο…
Μόνο το Πνεύμα, όταν πνέει στη λάσπη, μπορεί να δημιουργήσει
τον Άνθρωπο
← Επιστροφή στην αρχική