Αρχική Ποιητές Ποίημα
Ο Τζίτζικας και ο Μέρμηγκας
Ο τζίτζικας, αοιδός μεγάλος,
μαέστρος ξακουστός και τρανός,
τραγουδούσε όλο το καλοκαίρι
κάτω απ' τον ήλιο τον λαμπρό.

Μα όταν ο βοριάς κατέφθασε
κι ο χειμώνας απλώθηκε βαρύς,
χωρίς τροφή και δίχως στέγη
έμεινε μόνος και φτωχός.

Τότε τον μέρμηγκα θυμήθηκε
και βιάστηκε να τον βρει.
Με λόγια ταπεινά τον ικέτευσε
λίγα σποράκια να του δανειστεί,

ως τη νέα τη σοδειά να φτάσει.
«Σου ορκίζομαι», του είπε θερμά,
«πριν έρθει πάλι ο Αύγουστος,
θα πάρεις πίσω όσα σου χρωστώ,
κεφάλαιο και τόκο μαζί».

Ο μέρμηγκας δεν ήταν μαθημένος
να δίνει εύκολα απ' το βιός του·
κι αυτό ήταν ίσως το μικρότερο
από τα ελαττώματά του.

«Και πες μου», τον ρώτησε,
«τι έκανες τις καλές ημέρες,
όταν ο ήλιος ζέσταινε τη γη
και τα χωράφια ήταν γεμάτα;»

«Μέρα και νύχτα τραγουδούσα»,
απάντησε εκείνος ντροπαλά,
«για όλους έπαιζα και τραγουδούσα,
χωρίς στιγμή να σταματώ».

«Τραγουδούσες; Πολύ ωραία λοιπόν!»
είπε ο μέρμηγκας γελώντας.
«Τώρα, αγαπητέ μου φίλε,
ήρθε η ώρα να χορέψεις.»
← Επιστροφή στην αρχική