Οδύσσεια
-760
Βιβλίο Α΄ – Οι πρώτοι στίχοι (σύγχρονη μετάφραση με την βοήθεια Α.Ι.)
Τραγούδησέ μου, ω Μούσα, τον πολυμήχανο άνδρα, που περιπλανήθηκε αμέτρητους δρόμους, αφού κυρίεψε την ιερή ακρόπολη της Τροίας και γνώρισε τις πόλεις πολλών ανθρώπων, μαθαίνοντας τον τρόπο σκέψης τους, ενώ στη θάλασσα υπέφερε αμέτρητες δοκιμασίες, αγωνιζόμενος να σώσει τη ζωή του και να φέρει πίσω τους συντρόφους του.
Μα ούτε κι έτσι κατάφερε να τους γλιτώσει, όσο κι αν το ποθούσε. Χάθηκαν από τη δική τους τύφλωση και απερισκεψία· ανόητοι καθώς ήταν, έσφαξαν και έφαγαν τα ιερά βόδια του Ήλιου, του Υπερίονα, κι εκείνος τους στέρησε για πάντα την ημέρα της επιστροφής.
Αυτά τα γεγονότα, θεά, κόρη του Δία, διηγήσου τα και σε εμάς, αρχίζοντας από όπου εσύ θελήσεις.
Όλοι οι άλλοι, όσοι είχαν γλιτώσει από τον όλεθρο, είχαν ήδη επιστρέψει στα σπίτια τους, σώοι από τον πόλεμο και τη θάλασσα. Μόνο ο Οδυσσέας, που λαχταρούσε την πατρίδα και τη γυναίκα του, παρέμενε φυλακισμένος στις βαθιές σπηλιές της λαμπρής νύμφης Καλυψώς, η οποία επιθυμούσε να τον κάνει σύζυγό της.
Κι όταν, με το πέρασμα των εποχών, έφτασε ο χρόνος που οι θεοί είχαν ορίσει για να επιστρέψει στην Ιθάκη, ούτε τότε απαλλάχθηκε από τις δοκιμασίες, ακόμη κι όταν θα βρισκόταν ανάμεσα στους δικούς του ανθρώπους.
Όλοι οι θεοί τον λυπούνταν, εκτός από τον Ποσειδώνα, που συνέχιζε αδιάκοπα να τον καταδιώκει με την οργή του, ώσπου να πατήσει ξανά τη γη της πατρίδας του.
Εκείνον τον καιρό, όμως, ο Ποσειδώνας βρισκόταν στους μακρινούς Αιθίοπες, τον λαό που κατοικεί στα πέρατα του κόσμου, χωρισμένος στα δύο: άλλοι εκεί όπου ανατέλλει ο Ήλιος κι άλλοι εκεί όπου δύει. Εκεί δεχόταν μεγάλες θυσίες από ταύρους και κριάρια και συμμετείχε χαρούμενος στο συμπόσιο που είχαν ετοιμάσει προς τιμήν του.
Οι υπόλοιποι θεοί είχαν συγκεντρωθεί στα ανάκτορα του Ολύμπιου Δία. Πρώτος πήρε τον λόγο ο πατέρας θεών και ανθρώπων, καθώς ο νους του στράφηκε στον ευγενή Αίγισθο, που είχε σκοτωθεί από τον ξακουστό Ορέστη, τον γιο του Αγαμέμνονα.
Συλλογιζόμενος όλα αυτά είπε στους αθανάτους:
«Πόσο εύκολα οι θνητοί ρίχνουν το φταίξιμο στους θεούς! Ισχυρίζονται πως από εμάς προέρχονται όλες οι συμφορές τους, ενώ οι ίδιοι, με την τύφλωση και την απερισκεψία τους, προκαλούν στον εαυτό τους βάσανα μεγαλύτερα από όσα τους έχει ορίσει η μοίρα.
Έτσι και ο Αίγισθος. Παρά τη θεϊκή προειδοποίηση, πήρε για γυναίκα του τη σύζυγο του Αγαμέμνονα και τον δολοφόνησε όταν εκείνος επέστρεψε από την Τροία, μολονότι γνώριζε πως τον περίμενε αναπόφευκτη καταστροφή.
Του είχαμε στείλει τον Ερμή, τον άγρυπνο αγγελιαφόρο, να τον συμβουλέψει να μη σκοτώσει τον βασιλιά ούτε να διεκδικήσει τη γυναίκα του. Του προείπε πως ο Ορέστης, όταν ενηλικιωθεί και επιστρέψει στην πατρίδα του, θα πάρει την εκδίκησή του.
Ο Ερμής μίλησε ξεκάθαρα, όμως ο Αίγισθος δεν άκουσε τη συνετή συμβουλή. Και τώρα πλήρωσε ολόκληρο το τίμημα των πράξεών του.»
Τότε η θεά Αθηνά, με τα λαμπερά μάτια, του αποκρίθηκε:
«Πατέρα μας, γιε του Κρόνου, ύψιστε άρχοντα όλων, εκείνος βρήκε τον θάνατο που του άξιζε· την ίδια μοίρα ας έχει όποιος πράττει τέτοιες αδικίες.
Όμως η καρδιά μου πονά για τον σοφό Οδυσσέα, τον δυστυχισμένο ήρωα που τόσα χρόνια βασανίζεται μακριά από τους δικούς του, σ' ένα νησί χαμένο μέσα στη θάλασσα, στο κέντρο σχεδόν του κόσμου.
Το νησί είναι καταπράσινο και εκεί κατοικεί μια θεά, η κόρη του Άτλαντα, εκείνου που γνωρίζει τα βάθη όλων των θαλασσών και στηρίζει τους πανύψηλους στύλους που κρατούν χωρισμένους τον ουρανό και τη γη.
Η κόρη του κρατά κοντά της τον δύστυχο Οδυσσέα και, με γλυκά και πλανερά λόγια, προσπαθεί αδιάκοπα να τον κάνει να λησμονήσει την Ιθάκη.
Εκείνος όμως λαχταρά τόσο πολύ την πατρίδα του, ώστε θα του αρκούσε να δει ακόμη και τον καπνό να υψώνεται από τη γη του· ύστερα θα ήταν έτοιμος ακόμη και να πεθάνει.
Κι όμως, Ολύμπιε Δία, η καρδιά σου δεν συγκινείται. Δεν ήταν ο Οδυσσέας που, μπροστά στα πλοία των Αχαιών, στη μεγάλη πεδιάδα της Τροίας, σου πρόσφερε πλούσιες θυσίες; Γιατί λοιπόν εξαγριώθηκες τόσο εναντίον του;»