Αρχική Ποιητές Ποίημα
Τιθωνός
1833
Οι δασικές νεράιδες θα γεράσουν,
οι φτερωτές νεράιδες θα πεθάνουν·
και οι άνθρωποι αποκτούν τα χωράφια τους
και κάποτε κάτω από τη γη ξαπλώνουν.
Μόνο εγώ, αργά και αμείλικτα,
φθείρομαι εδώ, σε μια αθάνατη αγκαλιά,
και μαραίνομαι μέσα στα χέρια σου.

Εδώ, στα ήσυχα ανατολικά όρια του κόσμου,
όπου ο πρωινός ουρανός φωτίζεται
από το χρυσό φως του ήλιου,
στέκομαι, σαν ένα φάντασμα,
που αργά γίνεται ολοένα πιο αδύναμο.

Κάποτε, πριν από πολλά χρόνια,
ήσουν μια θεά και εγώ ένας άνθρωπος.
Με αγάπησες και μου χάρισες
την αθανασία, μα ξέχασες να μου χαρίσεις
την αιώνια νεότητα.

Και τώρα, κάθε στιγμή,
ο χρόνος που δεν μπορεί να με σκοτώσει
με καταστρέφει λίγο λίγο.
Τα χρόνια βαραίνουν πάνω μου,
το πρόσωπό μου μαραίνεται,
και η ζωή που μου έδωσες
γίνεται όλο και πιο βαριά.

Γιατί, αν η αθανασία ήταν πράγματι ζωή,
κι όχι απλώς η αδυναμία να πεθάνω,
θα ήταν δώρο.
Όμως εγώ δεν μπορώ να πεθάνω.

Ω, θα ήταν καλύτερα
να είχα πεθάνει όταν με αγάπησες.
Θα ήταν καλύτερα να είχα φύγει
μαζί με τους ανθρώπους που γεννιούνται
και πεθαίνουν,
αντί να ζω για πάντα
και να βλέπω τη νιότη να χάνεται.

Άσε με να φύγω.
Πάρε πίσω το δώρο σου.
Γιατί τι είναι η αθανασία
χωρίς νεότητα, χωρίς τέλος,
χωρίς τη δυνατότητα
να ολοκληρωθεί μια ανθρώπινη ζωή;

Ένας ατελείωτος χρόνος
είναι χειρότερος από τον θάνατο.
← Επιστροφή στην αρχική