Αρχική Ποιητές Ποίημα
Ηλιοβασίλεμα
2007
Κανείς δεν λυπάται που φεύγω,
ούτε καν εγώ·
όμως θα έπρεπε να υπάρχει κάποιος τροβαδούρος
ή τουλάχιστον ένα ποτήρι κρασί.

Νομίζω πως αυτό ενοχλεί κυρίως τους νεότερους:
ένας αργός, ανώδυνος θάνατος.

Κι όμως, κάνει κάθε άνθρωπο να ονειρεύεται.

Εύχεσαι να υπήρχε ένα παλιό ιστιοφόρο,
με πανιά λευκά απ’ το αλάτι,
και η θάλασσα να σκορπούσε
υπαινιγμούς αθανασίας.

Θάλασσα στη μύτη,
θάλασσα στα μαλλιά,
θάλασσα στο μεδούλι, στα μάτια
και, ναι, εκεί στο στήθος.

Θα μας λείψει άραγε
η αγάπη μιας γυναίκας,
η μουσική,
το φαγητό,
ή το χοροπήδημα του μεγάλου γκρίζου αλόγου,
καθώς κλωτσά λάσπη και πεπρωμένα
ψηλά και μακριά
σε μια μοναδική στιγμή,
την ώρα της δύσης;

Όμως τώρα είναι η σειρά μου
και δεν υπάρχει τίποτα το μεγαλειώδες σ’ αυτό,
γιατί δεν υπήρχε τίποτα
το μεγαλειώδες
πριν από τώρα.

Και κανείς μας,
όπως τα σκουλήκια
που έχουν απομακρυνθεί από το μήλο,
δεν αξίζει καμιά αναβολή.

Ο θάνατος μπαίνει στο στόμα μου
και, σαν φίδι, τυλίγεται γύρω από τα δόντια μου.

Και αναρωτιέμαι αν με τρομάζει
ο σιωπηλός, αλύπητος θάνατος,
που μοιάζει με τριαντάφυλλο
καθώς ξεραίνεται.
← Επιστροφή στην αρχική