Αρχική Ποιητές Ποίημα
Άννα Καρένινα
Η αρχή του βιβλίου και επιλεγμένα αποσπάσματα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους· κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, όμως, είναι δυστυχισμένη με τον δικό της τρόπο.

Στο σπίτι των Ομπλόνσκι όλα είχαν αναστατωθεί. Η γυναίκα είχε μάθει πως ο άντρας της διατηρούσε σχέση με την πρώην Γαλλίδα παιδαγωγό των παιδιών και του είχε δηλώσει πως δεν μπορούσε πια να ζει μαζί του κάτω από την ίδια στέγη.

Η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν ήδη τρεις ημέρες και βασάνιζε όχι μόνο το ζευγάρι, αλλά και ολόκληρη την οικογένεια και το υπηρετικό προσωπικό. Όλοι ένιωθαν πως η κοινή τους ζωή είχε χάσει κάθε συνοχή· ακόμη και άνθρωποι που συναντιούνται τυχαία σ’ ένα πανδοχείο μοιάζουν καμιά φορά λιγότερο ξένοι μεταξύ τους απ’ όσο έμοιαζαν τώρα οι άνθρωποι που ζούσαν στο σπίτι των Ομπλόνσκι.

Η γυναίκα είχε κλειστεί στο δωμάτιό της και δεν έβγαινε εδώ και τρεις μέρες. Ο άντρας έλειπε σχεδόν συνεχώς από το σπίτι. Τα παιδιά τριγυρνούσαν από δωμάτιο σε δωμάτιο σαν παρατημένα. Η Αγγλίδα παιδαγωγός είχε μιλήσει με την οικονόμο και είχε ήδη στείλει μήνυμα σε μια φίλη της ζητώντας να της βρει άλλη θέση. Ο μάγειρας είχε φύγει από την προηγουμένη, την ώρα του μεσημεριανού, ενώ ο αμαξάς και η κοπέλα της κουζίνας είχαν ζητήσει τον λογαριασμό τους.

Την τρίτη μέρα μετά τον καβγά, ο πρίγκιπας Στεπάν Αρκάντιτς Ομπλόνσκι —ο Στίβα, όπως τον έλεγαν οι φίλοι του— ξύπνησε στη συνηθισμένη του ώρα, στις οκτώ το πρωί. Δεν βρισκόταν όμως στη συζυγική κρεβατοκάμαρα, αλλά στο γραφείο του, όπου είχε περάσει τη νύχτα πάνω σ’ έναν δερμάτινο καναπέ.

Γύρισε στο άλλο πλευρό το καλοθρεμμένο, περιποιημένο σώμα του και αγκάλιασε το μαξιλάρι, σαν να ήθελε να ξανακοιμηθεί για πολλή ώρα ακόμη. Ύστερα όμως τινάχτηκε ξαφνικά, κάθισε στον καναπέ και άνοιξε τα μάτια.

«Ναι… ναι… πώς ήταν άραγε;» συλλογίστηκε, προσπαθώντας να θυμηθεί το όνειρό του. «Ο Αλάμπιν έδινε ένα γεύμα στο Ντάρμστατ… Όχι, όχι στο Ντάρμστατ· κάπου στην Αμερική. Μόνο που, στο όνειρο, το Ντάρμστατ βρισκόταν στην Αμερική. Και τα τραπέζια ήταν γυάλινα και τραγουδούσαν… Il mio tesoro… όχι, κάτι ακόμη ωραιότερο. Και υπήρχαν μικρές καράφες που ήταν γυναίκες…»

Τα μάτια του Στεπάν Αρκάντιτς φωτίστηκαν και χαμογέλασε.

«Ναι, ήταν πολύ όμορφο… πολύ όμορφο. Κι υπήρχαν κι άλλα θαυμάσια πράγματα, μόνο που, όταν ξυπνά κανείς, ούτε να τα διηγηθεί μπορεί ούτε να τα βάλει σε τάξη μέσα στο μυαλό του.»

Τότε πρόσεξε μια λεπτή λωρίδα φωτός που περνούσε από το πλάι της τσόχινης κουρτίνας. Κατέβασε εύθυμα τα πόδια από τον καναπέ και άρχισε να ψάχνει με τα πέλματα τις χρυσοκέντητες μαροκινές παντόφλες του, δώρο της γυναίκας του στα περσινά του γενέθλια.

Ύστερα, από συνήθεια εννέα χρόνων, άπλωσε το χέρι του προς το σημείο όπου θα έπρεπε να βρίσκεται η ρόμπα του.

Και τότε θυμήθηκε ξαφνικά γιατί δεν κοιμόταν στην κρεβατοκάμαρα, αλλά στο γραφείο.

Το χαμόγελο έσβησε από το πρόσωπό του και τα φρύδια του σμίξανε.

«Αχ… αχ… αχ…» μουρμούρισε.

Όλα όσα είχαν συμβεί ξαναπέρασαν από το μυαλό του: ο καβγάς με τη γυναίκα του, η αδιέξοδη θέση στην οποία βρισκόταν και, πάνω απ’ όλα, το ίδιο του το φταίξιμο.

«Ναι… δε θα με συγχωρήσει. Και ούτε μπορεί να με συγχωρήσει. Και το χειρότερο είναι πως για όλα φταίω εγώ. Εγώ είμαι η αιτία — κι όμως δε νιώθω ένοχος. Εκεί βρίσκεται όλη η τραγωδία.»

Η πιο δυσάρεστη ανάμνηση ήταν εκείνη η πρώτη στιγμή της αποκάλυψης.

Είχε γυρίσει από το θέατρο χαρούμενος και ευχαριστημένος, κρατώντας ένα μεγάλο αχλάδι για τη γυναίκα του. Δεν τη βρήκε στο σαλόνι ούτε στο γραφείο. Τελικά τη βρήκε στην κρεβατοκάμαρα, καθισμένη ακίνητη, με το μοιραίο σημείωμα στα χέρια.

Η Ντόλλυ —η πάντα απασχολημένη, γεμάτη έγνοιες γυναίκα, που εκείνος θεωρούσε μάλλον απλή και περιορισμένη— τον κοιτούσε τώρα με τρόμο, απόγνωση και οργή.

«Τι είναι αυτό;» τον ρώτησε, δείχνοντάς του το σημείωμα.

Και τώρα, καθώς θυμόταν τη σκηνή, ο Στεπάν Αρκάντιτς δεν βασανιζόταν τόσο από το ίδιο το γεγονός όσο από τον τρόπο που είχε αντιδράσει.

Όπως συμβαίνει συχνά με ανθρώπους που συλλαμβάνονται ξαφνικά σε μια ντροπιαστική πράξη, δεν μπόρεσε να προσαρμόσει την έκφρασή του στη σοβαρότητα της στιγμής.

Αντί να θυμώσει, να αρνηθεί, να δικαιολογηθεί, να ζητήσει συγχώρεση ή ακόμη και να μείνει αδιάφορος —οτιδήποτε θα ήταν καλύτερο— το πρόσωπό του, χωρίς ο ίδιος να το θέλει, πήρε ξαφνικά εκείνο το γνώριμο, καλοκάγαθο και ανόητο χαμόγελο.

Αυτό το χαμόγελο δεν μπορούσε να συγχωρήσει ούτε ο ίδιος στον εαυτό του.

Η Ντόλλυ, μόλις το είδε, τινάχτηκε σαν να τη χτύπησαν. Ξέσπασε, όπως συνήθιζε όταν παρασυρόταν από το συναίσθημα, σε έναν χείμαρρο σκληρών λόγων και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο.

Από εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε ούτε να τον βλέπει.

«Για όλα φταίει εκείνο το ηλίθιο χαμόγελο», συλλογίστηκε ο Στεπάν Αρκάντιτς.

«Μα τι μπορώ να κάνω τώρα; Τι μπορώ να κάνω;»

Και, όσο κι αν επαναλάμβανε την ερώτηση, δεν έβρισκε καμία απάντηση.

-------------------

Η Βάρενκα ήταν ολομόναχη, χωρίς στενούς φίλους και συγγενείς. Είχε γνωρίσει μια μεγάλη απογοήτευση στη ζωή της και τώρα έμοιαζε να μη λυπάται για τίποτε και να μην επιθυμεί τίποτε.

Στα μάτια της Κίττυ ήταν η εικόνα μιας σχεδόν τέλειας ύπαρξης — μιας γυναίκας που μπορούσε κανείς μόνο να την αγαπήσει.

Γνωρίζοντάς τη καλύτερα, η Κίττυ άρχισε να πιστεύει πως ίσως αρκεί ο άνθρωπος να ξεχάσει για λίγο τον εαυτό του και ν’ αγαπήσει τους άλλους για να βρει μέσα του γαλήνη και ευτυχία.

----------------------------

Ο Λέβιν θεωρούσε τον εαυτό του άνθρωπο έξυπνο και εξαιρετικά μορφωμένο, ευγενικό με την υψηλότερη έννοια της λέξης, και προικισμένο με την ικανότητα να αγωνίζεται για το κοινό καλό.

Όμως, όσο περνούσαν τα χρόνια και όσο καλύτερα γνώριζε τον αδελφό του, τόσο συχνότερα γεννιόταν μέσα του η σκέψη πως αυτή η ικανότητα να υπηρετεί κανείς το κοινό καλό —μια ικανότητα που ο ίδιος πίστευε πως δεν διέθετε— ίσως να μην ήταν πάντοτε αρετή.

Ίσως, αντίθετα, να φανέρωνε κάποια έλλειψη.

Όχι έλλειψη καλών, τίμιων ή ευγενικών προθέσεων, αλλά έλλειψη εκείνης της ζωτικής δύναμης που οι άνθρωποι αποκαλούν καρδιά· της εσωτερικής εκείνης ορμής που αναγκάζει τον άνθρωπο, ανάμεσα σε όλους τους δρόμους που ανοίγονται μπροστά του, να διαλέξει έναν και να τον ακολουθήσει μέχρι τέλους.

Όπως πολλοί άνθρωποι που αφιερώνονται στο κοινό καλό, ο αδελφός του δεν το αγαπούσε τόσο με την καρδιά όσο με το μυαλό. Είχε αποφασίσει λογικά πως ήταν σωστό να υπηρετεί έναν σκοπό και γι’ αυτό ακριβώς τον υπηρετούσε.

Και αυτή την υποψία του Λέβιν ενίσχυε μια ακόμη παρατήρηση: ο αδελφός του δεν συγκινούνταν περισσότερο από τα μεγάλα ζητήματα της κοινωνίας ή της αθανασίας της ψυχής απ’ όσο θα συγκινούνταν από μια παρτίδα σκάκι ή από την έξυπνη κατασκευή μιας καινούριας μηχανής.

«Οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για να βασανίζονται. Ο ένας προσπαθεί να ξεγελάσει τον άλλον, κι έτσι περνάει η ζωή.

Μα όταν τα πράγματα δυσκολεύουν και βρεθούν ξαφνικά μπροστά στην αλήθεια, τότε χάνουν το θάρρος τους και δεν ξέρουν πια τι να κάνουν.

Ο άνθρωπος προσπαθεί πάντοτε ν’ απομακρύνει από μπροστά του ό,τι τον ενοχλεί, να απαλλαγεί από εκείνο που του γίνεται βάρος· όπως σβήνει κανείς τη λάμπα όταν δεν θέλει πια να δει.»

«Πολύ καλά, θα της μιλήσω. Αλλά γιατί δεν το σκέφτεται μόνη της;» είπε η Ντάρια Αλεξαντρόβνα.

Και τότε, χωρίς να ξέρει γιατί, θυμήθηκε την καινούρια, παράξενη συνήθεια της Άννας να μισοκλείνει τα μάτια.

Παρατήρησε πως η Άννα το έκανε κάθε φορά που η συζήτηση άγγιζε τα βαθύτερα ζητήματα της ζωής.

«Είναι σαν να μισοκλείνει τα μάτια μπροστά στην ίδια τη ζωή», σκέφτηκε η Ντόλλυ, «για να μη χρειάζεται να τη βλέπει ολόκληρη.»
← Επιστροφή στην αρχική