Ο Χορός των Χιμαιρών
Αρχή του ποιήματος
«Ο λόγος μας, η φωνή μας,
η πρόκλησή μας, το μανιφέστο μας!»
«Τα άστρα δεν θα ανέβαιναν στον ουρανό
αν δεν τα σμίλευε κάποιος...
Και ποιος τα σμιλεύει;
Εγώ, ο γλύπτης των άστρων
στον Οίκο μου της Δύσης...»
«Η μουσική γεννιέται ως ήχος, σαν τις πηγές,
τους καταρράκτες...
Δεν χρειάζεται άλλα αυτιά...
αρκούν τ’ αυτιά των θεών κι εκείνα τα δικά μου...
Γεννιέται με μικρά αυτιά από κρύσταλλο και αφρό
και ξαναδημιουργείται μόνη της...
Γιατί να τη φέρεις
σε αυτιά που δεν θα την ποθούσαν, όπως
εγώ, στον Οίκο μου του Νότου;»
«Ποιο πλοίο καθελκύεται
στη θάλασσα του υπόγειου
σκότους χωρίς να είναι βαμμένο;
Και ποιος το βάφει,
ποιος στολίζει τις σπηλιές
και τα σπήλαια που κωπηλατούν
στα βάθη κάτω από τη γη,
παρά εγώ...
Κι οι Νύχτες,
θα υψώνονταν
στον ουρανό χωρίς να είναι στολισμένες με χρυσά τατουάζ;
Και ποιος τις ντύνει με σχέδια σαν νεροκολοκύθες,
παρά εγώ...
ζωγράφος, χαράκτης και σκαλιστής της νεροκολοκύθας
στον Οίκο μου της Ανατολής...»