Αρχική Άνθρωποι Βιβλία
Τριάντα πέντε χρονών
1946
Τριάντα πέντε χρονών! Η μισή διαδρομή.
Σαν τον Δάντη, βρισκόμαστε στη μέση της ζωής.
Το σφρίγος της νιότης μας —
μάταια σήμερα το ικετεύεις, μάταια το καλείς —
φεύγει, χωρίς να νοιάζεται για τα δάκρυά μας.

Χιόνι έπεσε στους κροτάφους μου; Τι άλλο να ’ναι αυτό;
Δικό μου είναι, Θεέ μου, τούτο το ρυτιδωμένο πρόσωπο;
Κι αυτοί οι μενεξεδένιοι κύκλοι κάτω απ’ τα μάτια;
Γιατί μου φαίνεστε τώρα σαν εχθροί,
καθρέφτες, εσείς που τόσα χρόνια σας λογάριαζα φίλους;

Πόσο αλλάζει ο άνθρωπος με τον καιρό!
Σε όποια φωτογραφία κι αν κοιτάξω, δεν είμαι εγώ.
Πού πήγαν εκείνες οι μέρες, εκείνη η ορμή, εκείνος ο ενθουσιασμός;
Δεν είμαι εγώ εκείνος ο άντρας με το γελαστό πρόσωπο.
Ψεύτικη η ανεμελιά μου, ψεύτικο και το χαμόγελο.

Θολός πια ο πρώτος μας έρωτας,
ξένη μοιάζει ακόμη κι η ανάμνησή του.
Ένας ένας χωρίσαν οι δρόμοι μας
με τους φίλους που ξεκινήσαμε μαζί τη ζωή·
κι όσο περνούν τα χρόνια, η μοναξιά μεγαλώνει.

Ακόμη κι ο ουρανός έχει άλλο χρώμα!
Άργησα να μάθω πως η πέτρα είναι σκληρή,
πως το νερό πνίγει και η φωτιά καίει.
Κάθε καινούργια μέρα φέρνει κι έναν καημό —
κι ο άνθρωπος μονάχα όταν φτάσει σ’ αυτή την ηλικία το καταλαβαίνει.

Κυδώνι κίτρινο, ρόδι κόκκινο — φθινόπωρο!
Κάθε χρόνο το νιώθω λίγο περισσότερο μέσα μου.
Γιατί γυρίζουν τα πουλιά ψηλά στον ουρανό;
Από πού ξεπρόβαλε αυτή η κηδεία; Ποιος πέθανε;
Κι αυτός ο κήπος — πόσοι άραγε εγκαταλειμμένοι κήποι υπάρχουν σαν κι αυτόν;

Όποιος κι αν είσαι, ο θάνατος καραδοκεί πάνω απ’ το κεφάλι σου.
Μια μέρα θα κοιμηθείς και δεν θα ξυπνήσεις.
Ποιος ξέρει πού, πώς, σε ποια ηλικία;
Και πάνω στην πέτρα της νεκρώσιμης προσευχής, σαν πάνω σε θρόνο,
μια προσευχή μονάχα θα κρατήσει η βασιλεία σου.
← Επιστροφή στην αρχική