Η κυρία Ντάλογουεϊ
1925
(επιλεγμένα αποσπάσματα)
Κεφάλαιο 1
Η κυρία Ντάλογουεϊ είπε πως θα αγόραζε η ίδια τα λουλούδια. Γιατί η Λούσι είχε πολλή δουλειά να κάνει. Οι πόρτες θα έβγαιναν από τους μεντεσέδες τους· οι άνθρωποι του Ράμπελμάγιερ έρχονταν. Και τότε, σκέφτηκε η Κλαρίσα Ντάλογουεϊ, τι πρωινό — φρέσκο σαν να το είχαν προσφέρει σε παιδιά σε μια παραλία.
Τι χαρά! Τι βουτιά! Έτσι της φαινόταν πάντα, όταν, μ’ ένα μικρό τρίξιμο των μεντεσέδων, που μπορούσε τώρα ακόμη να το ακούσει, άνοιγε ορθάνοιχτα τα γαλλικά παράθυρα και βυθιζόταν, στο Μπόρτον, στον ανοιχτό αέρα. Πόσο φρέσκος, πόσο γαλήνιος, πολύ πιο ήσυχος απ’ ό,τι τώρα βέβαια, ήταν ο αέρας νωρίς το πρωί· σαν το χτύπημα ενός κύματος· σαν το φιλί ενός κύματος· ψυχρός και κοφτερός κι όμως —για ένα κορίτσι δεκαοχτώ χρονών, όπως ήταν τότε— επίσημος, καθώς στεκόταν στο ανοιχτό παράθυρο, νιώθοντας πως κάτι φοβερό επρόκειτο να συμβεί· κοιτάζοντας τα λουλούδια, τα δέντρα με τον καπνό να στριφογυρίζει πάνω τους και τα κοράκια να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν· στεκόταν και κοιτούσε ώσπου ο Πίτερ Γουόλς είπε: «Στοχάζεσαι ανάμεσα στα λαχανικά;» — έτσι δεν ήταν; — «Προτιμώ τους άντρες από τα κουνουπίδια» — έτσι δεν ήταν; Πρέπει να το είχε πει ένα πρωί στο πρόγευμα, όταν εκείνη είχε βγει στη βεράντα — ο Πίτερ Γουόλς.
Θα επέστρεφε από την Ινδία κάποια από αυτές τις μέρες, τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο, δεν θυμόταν ποιον μήνα, γιατί τα γράμματά του ήταν φοβερά ανιαρά· αυτό που θυμόταν κανείς ήταν τα λόγια του· τα μάτια του, το σουγιαδάκι του, το χαμόγελό του, η γκρίνια του και, όταν εκατομμύρια πράγματα είχαν χαθεί ολοκληρωτικά — πόσο παράξενο ήταν! — λίγα λόγια σαν κι αυτό για τα λάχανα. Σφίχτηκε λίγο στην άκρη του πεζοδρομίου, περιμένοντας να περάσει το φορτηγάκι του Ντάρνταλ. Μια γοητευτική γυναίκα, σκέφτηκε ο Σκροπ Πέρβις (γνωρίζοντάς την όπως γνωρίζει κανείς τους ανθρώπους που ζουν δίπλα του στο Γουέστμινστερ)· κάτι από πουλί πάνω της, από κίσσα, γαλαζοπράσινη, ανάλαφρη, ζωηρή, παρόλο που ήταν πάνω από πενήντα και είχε ασπρίσει πολύ από τότε που είχε αρρωστήσει. Εκεί στεκόταν, σαν πουλί κουρνιασμένο, χωρίς να τον βλέπει, περιμένοντας να περάσει απέναντι, πολύ όρθια.
Γιατί, έχοντας ζήσει στο Γουέστμινστερ —πόσα χρόνια πια; πάνω από είκοσι— ένιωθε κανείς ακόμη και μέσα στην κίνηση, ή ξυπνώντας τη νύχτα, η Κλαρίσα ήταν βέβαιη, μια ιδιαίτερη σιωπή, μια επισημότητα· μια απερίγραπτη παύση· μια προσμονή (αλλά ίσως να έφταιγε η καρδιά της, επηρεασμένη, όπως έλεγαν, από τη γρίπη) πριν χτυπήσει το Μπιγκ Μπεν.
[…]
«Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πως εκείνη η μέρα, η μέρα του Λονδίνου, μόλις άρχιζε. Σαν μια γυναίκα που είχε βγάλει το εμπριμέ φόρεμα και τη λευκή ποδιά της για να ντυθεί στα μπλε και στα μαργαριτάρια, έτσι άλλαζε η μέρα, έβγαζε τα καθημερινά της ρούχα, φορούσε γάζα, μεταμορφωνόταν σε βράδυ και, με τον ίδιο αναστεναγμό έξαψης που αφήνει μια γυναίκα όταν πετά τις μεσοφόρες της στο πάτωμα, κι εκείνη άφηνε να πέσουν η σκόνη, η ζέστη, το χρώμα· η κίνηση αραίωνε· τα αυτοκίνητα, κουδουνίζοντας και πετώντας μπροστά, διαδέχονταν τον βαρύ συρμό των φορτηγών· και εδώ κι εκεί, ανάμεσα στο πυκνό φύλλωμα των πλατειών, κρεμόταν ένα έντονο φως. “Παραίτηση”, έμοιαζε να λέει το βράδυ, καθώς χλόμιαζε και έσβηνε πάνω από τις επάλξεις και τις προεξοχές, τις σμιλεμένες, τις μυτερές, των ξενοδοχείων, των διαμερισμάτων και των οικοδομικών τετραγώνων. “Σβήνω”, άρχιζε να λέει. “Εξαφανίζομαι”. Αλλά το Λονδίνο δεν ήθελε να ακούσει τίποτε απ’ αυτά και εκτόξευε τις λόγχες του στον ουρανό, την κάρφωνε, την έδενε αναγκαστικά στη δική του γιορτή.»
[…]
«Μια προσφορά για χάρη της ίδιας της προσφοράς, ίσως. Όπως και να ’χε, αυτό ήταν το δώρο της. Τίποτε άλλο δεν είχε την παραμικρή σημασία για εκείνη· δεν μπορούσε να σκεφτεί, να γράψει, ούτε καν να παίξει πιάνο. Μπέρδευε τους Αρμένιους με τους Τούρκους· αγαπούσε την επιτυχία, μισούσε την ταλαιπωρία, ήθελε να την αγαπούν· μιλούσε ακατάπαυστα για ένα σωρό ανοησίες· και μέχρι σήμερα, αν τη ρωτούσες τι ήταν ο Ισημερινός, δεν θα ήξερε να σου πει.
Κι όμως, το ότι η μία μέρα διαδεχόταν την άλλη· Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο· το ότι ξυπνούσε το πρωί, έβλεπε τον ουρανό, περπατούσε στο πάρκο, συναντούσε τον Χιου Γουίτμπρεντ· κι ύστερα, ξαφνικά, εμφανιζόταν ο Πίτερ· κι έπειτα αυτά τα τριαντάφυλλα· ήταν αρκετό. Ύστερα απ’ όλα αυτά, πόσο απίστευτος της φαινόταν ο θάνατος! — ότι όλα αυτά έπρεπε να τελειώσουν· και κανείς σε ολόκληρο τον κόσμο δεν θα γνώριζε πόσο πολύ είχε αγαπήσει όλα αυτά· πόσο, κάθε στιγμή…»
[…]
«Η Κλαρίσα είχε τότε μια θεωρία — είχαν σωρό από θεωρίες, όπως πάντα έχουν οι νέοι. Ήταν μια προσπάθεια να εξηγήσει το αίσθημα της δυσαρέσκειας που ένιωθαν· το ότι δεν γνώριζαν τους ανθρώπους, το ότι δεν τους γνώριζαν οι άλλοι. Γιατί πώς θα μπορούσαν να γνωρίζουν πραγματικά ο ένας τον άλλον; Συναντούσες κάποιον κάθε μέρα· κι ύστερα όχι για έξι μήνες ή για χρόνια. Ήταν απογοητευτικό, συμφωνούσαν, το πόσο λίγο γνώριζε κανείς τους ανθρώπους.
Αλλά εκείνη, καθισμένη στο λεωφορείο που ανέβαινε τη Σάφτσμπερι Άβενιου, έλεγε πως ένιωθε ότι υπήρχε παντού· όχι “εδώ, εδώ, εδώ” — και χτυπούσε την πλάτη του καθίσματος — αλλά παντού. Κούναγε το χέρι της καθώς ανέβαινε τη Σάφτσμπερι Άβενιου. Ήταν όλα αυτά. Κι έτσι, για να γνωρίσει κανείς εκείνην ή οποιονδήποτε άλλον, έπρεπε να αναζητήσει τους ανθρώπους που τον συμπλήρωναν· ακόμη και τους τόπους.
Ένιωθε παράξενες συγγένειες με ανθρώπους στους οποίους δεν είχε μιλήσει ποτέ, με κάποιες γυναίκες στον δρόμο, με κάποιον άντρα πίσω από έναν πάγκο — ακόμη και με δέντρα ή αχυρώνες. Όλα αυτά κατέληγαν σε μια υπερβατική θεωρία που, μαζί με τον τρόμο της για τον θάνατο, της επέτρεπε να πιστεύει — ή να λέει πως πίστευε, παρ’ όλο τον σκεπτικισμό της — ότι, αφού οι παρουσίες μας, το μέρος εκείνο του εαυτού μας που φαίνεται, είναι τόσο εφήμερες σε σύγκριση με το άλλο, το αόρατο μέρος του εαυτού μας που απλώνεται παντού, ίσως αυτό το αόρατο μέρος να επιβιώνει· ίσως να ανακτάται, κατά κάποιον τρόπο, δεμένο με αυτόν ή εκείνον τον άνθρωπο, ή ακόμη και να στοιχειώνει ορισμένους τόπους, μετά τον θάνατο.
Ίσως — ίσως.»