Ένας κόσμος ανάποδα
1998
Μία γέφυρα δίχως ποτάμι.
Ψηλές προσόψεις κτιρίων δίχως τίποτε από πίσω.
Ο κηπουρός ποτίζει το πλαστικό γρασίδι.
Κυλιόμενες σκάλες που δεν οδηγούν πουθενά.
Ο αυτοκινητόδρομος που μας δίνει τη δυνατότητα
να γνωρίσουμε τόπους,
που εξαιτίας του έχουν καταστραφεί.
Η οθόνη της τηλεόρασης
δείχνει μία τηλεοπτική συσκευή
που περιέχει μία άλλη τηλεοπτική συσκευή
μέσα στην οποία υπάρχει μία τηλεοπτική συσκευή...
Αυτός ο πολιτισμός δεν αφήνει κανέναν να κοιμηθεί,
ούτε τα λουλούδια, ούτε τις κότες ούτε τους ανθρώπους.
Τον χειμώνα τα λουλούδια τοποθετούνται κάτω από συνεχή φωτισμό,
ώστε να μεγαλώνουν πιο γρήγορα.
Στα ορνιθοτροφεία η νύχτα είναι απαγορευμένη για τις κότες.
Και οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι στην αϋπνία,
λόγω της αγωνίας τους να αγοράσουν
και του άγχους τους να πληρώσουν.
Εδώ ο ουρανός ποτέ δεν συννεφιάζει,
εδώ δεν βρέχει ποτέ.
Σ’ αυτή τη θάλασσα κανείς δεν διατρέχει
τον κίνδυνο να πνιγεί,
αυτή η πλαζ προστατεύεται από την κλοπή.
Δεν υπάρχουν μέδουσες να σε τσιμπήσουν,
ούτε αχινοί να σου καρφωθούν στο πόδι,
ούτε κουνούπια να σε τρελαίνουν.
Με τον αέρα πάντα στην ίδια θερμοκρασία
και το νερό θερμαινόμενο
αποφεύγονται τα κρυώματα και οι πνευμονίες.
Τα βρομερά νερά των λιμανιών
θα φθονούσαν αυτά τα διάφανα νερά,
αυτός ο αμόλυντος αέρας
χλευάζει το δηλητήριο που αναπνέουν
οι άνθρωποι στην πόλη.
Η είσοδος δεν είναι ακριβή, 30 δολάρια το άτομο,
αν και πρέπει να πληρώσεις επιπλέον τις καρέκλες και τις ομπρέλες.
Στο Ίντερνετ λέει:
«Τα παιδιά σας θα σας μισήσουν αν δεν μας τα φέρετε…»
Wild Blue, ή κλειστή με κρυστάλλινους τοίχους πλαζ της Γιοκοχάμα,
είναι ένα μεγαλειώδες έργο της ιαπωνικής βιομηχανίας.
Τα κύματα έχουν το ύψος που τους δίνουν οι κινητήρες.
Ο ηλεκτρονικός ήλιος βγαίνει και κρύβεται σύμφωνα με τη θέληση της επιχείρησης, προσφέροντας στην πελατεία εντυπωσιακά τροπικά ξημερώματα και κατακόκκινα δειλινά πίσω από τις φοινικιές.
Είναι τεχνητό – λέει ένας επισκέπτης.
Γι’ αυτό μας αρέσει.
Λιχουδιές από πλαστικό, όνειρα από πλαστικό.
Πλαστικός είναι και ο παράδεισος που υπόσχεται η τηλεόραση σε όλους αλλά παρέχει σε λίγους.
Είμαστε όλοι στις διαταγές της.
Σ’ αυτόν τον πολιτισμό όπου τα πράγματα αποκτούν συνεχώς μεγαλύτερη αξία και οι άνθρωποι μικρότερη, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας καθορίζουν τους κανόνες:
δεν αγοράζεις εσύ τα πράγματα, αυτά σε αγοράζουν, το αυτοκίνητο σε χρησιμοποιεί, ο υπολογιστής σε προγραμματίζει, η τηλεόραση σε παρακολουθεί.
Η έκρηξη της κατανάλωσης στον σύγχρονο κόσμο δημιουργεί μεγαλύτερο θόρυβο από όλους τους πολέμους και προκαλεί μεγαλύτερο πανδαιμόνιο από όλα τα καρναβάλια.
Όπως λέει μία παλιά τουρκική παροιμία, όποιος πίνει με πίστωση μεθάει διπλά. Το γλέντι ζαλίζει και θολώνει την όραση, αυτό το μεγάλο παγκόσμιο μεθύσι μοιάζει να μην έχει ούτε χρονικά ούτε χωρικά όρια. Αλλά ο πολιτισμός της κατανάλωσης είναι κενός σαν το ταμπούρλο, γι’ αυτό και κάνει τόση φασαρία. Την ώρα της αλήθειας, όταν ο σαματάς σταματήσει και τελειώσει η γιορτή, ο μεθυσμένος ξυπνάει μόνος, συντροφιά με τη μοίρα του και τα σπασμένα που οφείλει να πληρώσει.
[...]
ΣΕ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ
Σε σκοτεινούς καιρούς, ας είμαστε αρκετά υγιείς
για να κάνουμε εμετό τα ψέματα που μας αναγκάζουν να καταπίνουμε κάθε μέρα.
Σε σκοτεινούς καιρούς ας είμαστε αρκετά γενναίοι
για να έχουμε το θάρρος να είμαστε μόνοι και αρκετά γενναίοι για να ρισκάρουμε να είμαστε μαζί.
Σε σκοτεινούς καιρούς ας είμαστε αρκετά ώριμοι
ώστε να ξέρουμε πως μπορούμε να είμαστε συμπατριώτες και σύγχρονοι με όλους εκείνους που έχουν τη θέληση για ομορφιά και τη θέληση για δικαιοσύνη, επειδή δεν πιστεύουμε στα σύνορα του χάρτη ούτε του χρόνου.
Σε σκοτεινούς καιρούς, ας είμαστε αρκετά ξεροκέφαλοι
ώστε να συνεχίζουμε να πιστεύουμε, σε πείσμα των γεγονότων, ότι το να είσαι άνθρωπος αξίζει τον κόπο.
Σε σκοτεινούς καιρούς ας είμαστε αρκετά τρελοί
ώστε να μας λένε τρελούς.
Σε σκοτεινούς καιρούς ας είμαστε αρκετά έξυπνοι
ώστε να είμαστε ανυπάκουοι όταν δεχόμαστε εντολές αντίθετες προς τη συνείδησή μας και αντίθετες προς την κοινή λογική μας.