Αρχική

Ποιήματα

Ερωτήματα για το ταξίδι
Υπάρχουν τόσοι καταρράκτες εδώ· στριμωγμένα ποτάμια
σπεύδουν βιαστικά προς τη θάλασσα,
και η πίεση τόσων σύννεφων πάνω στις κορυφογραμμές
τα κάνει να κυλούν στις πλαγιές
σε απαλή και αργή κίνηση,
μεταμορφώνοντάς τα μπροστά στα μάτια μας σε καταρράκτες.

Κι αν αυτές οι φλέβες,
αυτές οι γυαλιστερές κηλίδες δακρύων
που απλώνονται για μίλια,
δεν είναι ακόμη καταρράκτες,
σε λίγο καιρό —
ή έτσι όπως κυλούν εδώ οι εποχές —
πιθανόν να γίνουν.

Μα ενώ ποτάμια και σύννεφα
συνεχίζουν να ταξιδεύουν, να ταξιδεύουν,
τα βουνά μοιάζουν με κουφάρια ναυαγισμένων πλοίων,
βουτηγμένα και σφηνωμένα στη λάσπη.

Σκέψου το μακρύ ταξίδι μακριά από το σπίτι.
Έπρεπε άραγε να είχαμε μείνει στο σπίτι
και να τα καταλαβαίνουμε όλα αυτά από εκεί;
Πού θα έπρεπε να βρισκόμαστε αυτή τη μέρα;

Είναι σωστό να παρακολουθούμε ως ξένοι
ένα έργο
μέσα σ' αυτό το πιο παράξενο από όλα τα θέατρα;

Τι παιδαριώδες είναι αυτό,
πως όσο υπάρχει ακόμη ανάσα ζωής μέσα μας
είμαστε αποφασισμένοι να βιαστούμε
για να δούμε τον ήλιο της άλλης πλευράς του κόσμου,
το μικρότερο κολιμπρί της γης,
ή να σταθούμε μπροστά
σε κάποια αινιγματική πέτρινη κατασκευή,
δυσερμήνευτη και απόρθητη,
που από τη στιγμή που τη βλέπεις
μοιάζει να γίνεται για πάντα δική σου.

Πρέπει άραγε να ονειρευόμαστε τα όνειρά μας
και να τα κατακτούμε κιόλας;

Και έχουμε άραγε χώρο
για ένα ακόμη στολισμένο ηλιοβασίλεμα,
αρκετά ζεστό ακόμη;

Κι όμως, θα ήταν κρίμα
να μην είχαμε δει τα δέντρα πλάι σ’ αυτόν τον δρόμο,
αληθινά μεγαλοπρεπή μέσα στην ομορφιά τους,
να λικνίζονται
σαν αριστοκράτες της παντομίμας,
ντυμένα στα ροζ.

Κρίμα να μην είχαμε σταματήσει για βενζίνη
και να μην είχαμε ακούσει
τον λυπημένο, ξύλινο, δίτονο ρυθμό
των ανόμοιων ξυλοπάπουτσων
που χτυπούν ανέμελα γύρω
από ένα βενζινάδικο γεμάτο λεκέδες μηχανόλαδου.

(Σε κάποια άλλη χώρα
όλα τα ξυλοπάπουτσα θα δοκιμάζονταν.
Κάθε ζευγάρι θα είχε ακριβώς το ίδιο βήμα.)

Κρίμα να μην είχαμε ακούσει
την άλλη, τη λιγότερο πρωτόγονη μουσική
της χοντρής καφετιάς καρδερίνας
που τραγουδά πάνω από την ανήσυχη αντλία βενζίνης
μέσα σ’ ένα περίτεχνο, ιησουίτικο εκκλησάκι από μπαμπού:
τρία καμπαναριά,
πέντε ασημένιοι σταυροί.

Κρίμα να μην είχαμε συλλογιστεί,
έστω αμυδρά και ατελέσφορα,
τη σχέση που ίσως να υπάρχει εδώ και αιώνες
ανάμεσα στα πιο ακατέργαστα ξυλοπάπουτσα
και στις προσεκτικά, σχολαστικά
σμιλεμένες φαντασίες
των ξύλινων κλουβιών.

Να μην είχαμε διαβάσει ιστορία
στην εύθραυστη καλλιγραφία
των κλουβιών των ωδικών πτηνών.

Και να μην είχαμε ακούσει τη βροχή
τόσο πολύ όσο τους λόγους των πολιτικών:
δύο ώρες αδυσώπητου ορατορίου
κι έπειτα
μια θλιμμένη χρυσαφένια σιωπή,

όταν ο ταξιδιώτης παίρνει το σημειωματάριό του
και γράφει:

«Είναι άραγε η ελλιπής φαντασία
που μας οδηγεί σε φανταστικούς τόπους,
αντί απλώς να μένουμε στο σπίτι;

Ή μήπως ο Πασκάλ δεν είχε απόλυτο δίκιο
για το να κάθεται κανείς ήσυχος μέσα σ’ ένα δωμάτιο;

Ήπειρος, πολιτεία, χώρα, κοινωνία:
η επιλογή δεν είναι ποτέ μεγάλη
ούτε ποτέ πραγματικά ελεύθερη.

Κι εδώ ή εκεί...
Όχι.

Θα έπρεπε άραγε να είχαμε μείνει στο σπίτι,
όπου κι αν βρισκόταν αυτό;»
← Επιστροφή στην αρχική
```