| Μάγια Αγγέλου ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
Μάγια ΑγγέλουΑγγιγμένοι από έναν ΆγγελοΕμείς, ασυνήθιστοι στο θάρρος εξόριστοι από την απόλαυση ζώντας μαζεμένοι σε κουκούλια μοναξιάς μέχρι ν’ αφήσει η αγάπη τον ιερό ναό της και να εμφανιστεί λυτρωτική μπροστά μας Να μας σπρώξει στη ζωή. Η αγάπη φτάνει και την ακολουθεί η έκσταση με παλιές αναμνήσεις ευχαρίστησης αρχαίες ιστορίες πόνου. Αν είμαστε τολμηροί, η αγάπη σπάει τα δεσμά του φόβου απ’ τις ψυχές μας. Αποκοβόμαστε απ’ την ντροπή μας Και κάτω απ’ τη λάμψη τους φωτός της Τολμούμε να φανούμε γενναίοι Ώσπου ξαφνικά βλέπουμε ότι η αγάπη κοστίζει ό,τι είμαστε και ό,τι θα γίνομε. Ωστόσο, είναι μόνο η αγάπη, Που μπορεί να μας απελευθερώσει. ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΣΑΙ (WHEN YOU COME) Όταν έρχεσαι σε μένα, απρόσκλητος, Νεύοντάς μου Σε αλλοτινά δωμάτια, Όπου στέκονται οι αναμνήσεις, Προσφέροντάς μου, όπως σε παιδί, μια σοφίτα με συναντήσεις λιγοστών ημερών, Μπιχλιμπίδια κλεμμένων φιλιών, Ψεύτικα κοσμήματα από δανεικές αγάπες, Μπαούλα μυστικών λέξεων, Εγώ κλαίω. ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΟΞΟΛΟΓΗΜΑ (A CONCEIT) Δώσε μου το χέρι σου Κάνε χώρο και για μένα Για να οδηγήσω και να σ’ ακολουθήσω Πέρα απ’ αυτή τη λύσσα της ποίησης. Άσε τους άλλους να ’χουν Την ιδιωτικότητα Των συγκινησιακών λέξεων Και την αγάπη Για την απώλεια της αγάπης. Για μένα, Δώσε μου το χέρι σου. ΑYΠΝΗ (INSOMNIAC) Είναι κι αυτές οι νύχτες που ο ύπνος με περιγελά ακατάδεχτος, απόμακρος. Κι ό,τι πονηριά κι αν σκεφτώ προσδοκώντας τη συντροφιά του και μόνο, πέφτει θαρρείς στο κενό σαν τον πληγωμένο μου εγωισμό αφήνοντας πίσω τόσο πόνο. ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ (PASSING TIME) Το δέρμα σου σαν αυγή Το δικό μου σαν μοσχοκάρυδο Ο ένας ζωγραφίζει την αρχή Ενός βέβαιου τέλους Ο άλλος, το τέλος Μιας σίγουρης αρχής Γνωρίζω γιατί τραγουδούν τα πουλιά στα κλουβιά (I know why the caged bird sings) Το ελεύθερο πουλί χοροπηδάει Πάνω στου ανέμου τη πλάτη Κι απ’ την ορμή του παρασύρεται Ώσπου το ρεύμα του να τελειώσει Και βυθίζει τα φτερά του στις πορτοκαλιές ηλιαχτίδες τολμώντας να ζητήσει τον ουρανό δικό του. Μα ένα πουλί που νευρικά βαδίζει Μες στο στενό κλουβί του Σπάνια μπορεί να δει παραπέρα Απ’ της οργής του τα κάγκελα Τα φτερά του είναι κομμένα καιΤα πόδια του δεμένα Οπότε ανοίγει το λαιμό του Να κελαηδήσει. Στο κλουβί, το πουλί κελαηδάει Μ’ ένα τιτίβισμα φοβισμένο Για κείνα, τ’ άγνωστα Που ακόμα τόσο λαχταρά. Κι η μελωδία του ακούγεται Στο μακρινό το λόφο Γιατί το πουλί στο κλουβί τραγουδάει για την ελευθερία. Το ελεύθερο πουλί συλλογίζεται Το επόμενο αεράκι που θα φτάσει Και τους ανέμους να γλυκαίνουν Μέσα από την ανάσα των δέντρων Και τα παχιά σκουλήκια να καρτερούν Πάνω στο φωτεινό της αυγής γρασίδι Και αποκαλεί πια όλον τον ουρανό Δικό του. Μα στο κλουβί, ένα πουλί στέκει πάνω στον τάφο των ονείρων Η σκιά του φωνάζει σε ένα εφιαλτικό ρεύμα Τα φτερά του είναι κομμένα και τα πόδια του δεμένα Οπότε ανοίγει το λαιμό του Να κελαηδήσει. Στο κλουβί, το πουλί κελαηδάει Μ’ ένα τιτίβισμα φοβισμένο Για κείνα, τ’ άγνωστα Που ακόμα τόσο λαχταρά. Κι η μελωδία του ακούγεται Στο μακρινό το λόφο Γιατί το πουλί στο κλουβί τραγουδάει για την ελευθερία. |