Μπέρτολτ Μπρεχτ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Μουσικό έργο του Μπρεχτ σε μουσική του Κουρτ Βάιλ, μεταφορά του αγγλικού έργου του 18ου αιώνα Η όπερα του ζητιάνου (Beggar's Opera) του Τζον Γκέι. Υπόθεση: Στο Βικτωριανό Λονδίνο ο περιβόητος κακοποιός Μακίθ παντρεύεται την κόρη ενός πλούσιου εκμεταλλευτή ζητιάνων, ο οποίος εξοργίζεται και προσπαθεί να στείλει τον κακοποιό στην κρεμάλα. Στο έργο γίνεται συσχετισμός των κακοποιών με τους μεγαλοαπατεώνες της καλής κοινωνίας που παραμένουν υπεράνω αστυνομικών και δικαστικών αρχών, και καταγγέλλεται το γεγονός πως το χρήμα κανονίζει τις σχέσεις, ανθρώπων, κοινωνίας και κρατικών θεσμών.

Η ΟΠΕΡΑ ΤΗΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ

Απόσπασμα από το τέλος της πρώτης πράξης,
σε μτφ Σωτηρίας Ματζίρη,
από Εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ

[…]
ΠΟΛΥ: Γιατί τον διάλεξα λοιπόν, επειδή είναι όμορφος ή επειδή έχει καλούς τρόπους; Ούτε τ' άσπρα γάντια μου φτάνουν, ούτε οι γκέτες και τα λουστρίνια, ούτε το μπαστούνι με την κοκάλινη λαβή. Μ' αρέσει γιατί έχει δύναμη και τον φοβούνται όλοι. Για τι είναι καλός στη δουλειά του, ο καλύτερος κλέφτης του Λονδίνου. Γιατί έχει χρήματα στην τράπεζα, κι άμα περάσουν λίγα χρόνια ακόμα θ' αγοράσουμε μια φάρμα στην εξοχή, όπως οι διάφοροι λόρδοι και διάφοροι τραπεζίτες, και θα καλλιεργούμε βόδια και τέτοια.

(Ο Πήτσαμ ακούει έκπληκτος.)
ΠΗΤΣΑΜ: Τίποτ' απ' αυτά δε θα γίνει. Είναι ληστής κι απατεώνας και θα τελειώσει τη ζωή του στη φυλακή και συ θα βάλεις μπροστά το διαζύγιο, κι όλα τ' άλλα είναι κοριτσίστικες κουταμάρες.

ΠΟΛΥ: Τον αγαπώ,

ΚΥΡΙΑ ΠΗΤΣΑΜ: Μη βρομίζεις αυτή τη λέξη. Ο πατέρας σου έχει δίκιο. Αυτός θα τελειώσει στη φυλακή κι εσύ θα σέρνεσαι από γραφείο σε γραφείο για να σου δίνουν άδεια να τον βλέπεις μια φορά το μήνα.

ΠΟΛΥ: Θα πάμε ταξίδι στην Αμερική. Θα μένουμε στα καλύτερα νοδοχεία κι οι πορτιέρηδες θα βγάζουν το καπέλο τους όταν περνάμε. Θα 'χω φορέματα και παπούτσια και γούνες όσες θέλω. Ο Μάκυ ψωνίζει από τα καλύτερα μαγαζιά. Οι φίλοι του θα μου φιλάν το χέρι κι οι εχθροί του θα κρύβονται όταν θα πηγαίνουμε περίπατο στους δρόμους,

ΠΗΤΣΑΜ: Θα φάει τριάντα χρόνια μέσ' στο νερό κι αν τη γαζώσει στις αγροτικές φυλακές, θα βγει έξω στα είκοσι. Θα ναι εξήντα χρονών τότε και συ θα πλησιάζεις τα σαράντα,

ΠΟΛΥ: Μπορεί να πάμε και στην Ιταλία. Μιλάνο, Πάδοβα, Βερόνα, Φλωρεντία και φυσικά Βενετία. Θα μείνουμε στο «Αλμπέργκο Ντανιέλι» και το κρεβάτι μας θα 'χει ουρανό βελούδινο με χρυσά κρόσια.

ΠΗΤΣΑΜ: Κι όπως είναι τζαναμπέτης, θα κάνει καμιά φασαρία στη φυλακή και θα φάει άλλα δέκα χρόνια,

ΠΟΛΥ: Τον αγαπώ και θα μοιραστώ τη ζωή μου μαζί του.

ΚΥΡΙΑ ΠΗΤΣΑΜ: Αυτά τα καταραμένα τα βιβλία σου πήραν τα μυαλά.

ΠΗΤΣΑΜ: Αυτό που θες είναι ένα μπερτάκι ξύλο να σου κάνω τον πισινό μπαλόνι.

ΠΟΛΥ: Και με τον πισινό μπαλόνι εγώ θα τον αγαπώ. Η αγάπη είναι πιο δυνατή από το ξύλο.

ΚΥΡΙΑ ΠΗΤΣΑΜ: Ακόμα μια κουβέντα και δεν κρατιέμαι, θα σου αστράψω κανένα χαστούκι... Αν τον κρεμάσουνε καμιά μέρα (κάνει γρήγορα το σταυρό της), μακάρι Θε μου, απ' το στόμα μου και στ' αυτί σου, θα ξεφυτρώσουν καμιά δεκαριά χήρες για την κληρονομιά.

ΠΗΤΣΑΜ: Μίλησες για κρεμάλα... Ωραία ιδέα... Πόλυ, βγες έξω,

θέλω να μιλήσω με τη μητέρα σου. (Η Πόλυ βγαίνει.) Ωραία ιδέα, κυρία Πήτσαμ, τα τέσσερα ποτηράκια κάναν τη δουλειά τους. Κρεμάλα, γιατί όχι... Ο αγαπητός γαμπρός μας είναι ένας επικίνδυνος φονιάς της νύχτας, Τρέφεται από τις πουτάνες και τους λαθρέμπορους του λιμανιού, όποιος τον καρφώσει θα γλιτώσει την κοινωνία απ’ ένα κάθαρμα. Κι η αστυνομία αναγνωρίζει κάτι τέτοιες υπηρεσίες. Κυρία Πήτσαμ, είσαι καλλιτέχνης. Μ' ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Ο γαμπρός μας στη φυλακή και, γιατί όχι, και στην κρεμάλα, κι ο κύριος Πήτσαμ αγαπητός και προστατευόμενος της αστυνομίας. Και το σπουργιτάκι μας, η Πόλυ, γυρίζει μετανιωμένο στην αγκαλιά της μαμάς και του μπαμπά και φροντίζει τα δύσκολα γηρατειά τους. (Τρίβει τα χέρια του και χοροπηδά ευχαριστημένος, αλλά κοκαλώνει καθώς η Πόλυ που τα έχει κρυφακούσει όλα ανοίγει την πόρτα και μπαίνει. Περνά συνάμενη κουνάμενη, παίρνει μια καρέκλα και κάθεται βάζοντας προκλητικά το ένα πόδι πάνω στ' άλλο.)

ΠΟΛΥ: Ο σύζυγός μου, μαμά, έχει ένα φίλο. Άμα συναντιώνται οι δυο τους πέφτουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και φιλιούνται σταυρωτά σα να 'χουνε να ειδωθούνε χρόνια, παρόλο που το προηγούμενο βράδυ ήταν πάλι μαζί. Ύστερα τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους και πίνουν ο ένας στην υγειά του άλλου. Ύστερα θυμούνται τα χρόνια τα παλιά, στο δεύτερο σύνταγμα των Ουσάρων της βασίλισσας στις Ινδίες. Ύστερα τσουγκρίζουν ένα δεύτερο ποτήρι και τραγουδάνε ένα τραγούδι που λέγανε στο σχολείο όταν ήταν κι οι δυο οχτώ χρονών. Ύστερα ο σύζυγός μου βγάζει από την τσέπη ένα χρυσό ρολόι και το κάνει δώρο στον παιδικό του φίλο. Ύστερα ο παιδικός του φίλος βγάζει και του δίνει ένα όμορφο βελούδινο κουτί και πάνω στο βελούδο έχει ένα πιστόλι με λαβή από φίλντισι. Ο σύζυγός μου παίρνει το δώρο του και γεμίζουν πάλι τα ποτήρια τους κι αφού φωνάξουν τρεις φορές Ζήτω η Βασίλισσα, σπάζουν τα ποτήρια στο πάτωμα γιατί έτσι φαίνεται πως το συνήθιζαν οι Ουσάροι στο δεύτερο σύνταγμα των Ινδιών. Αυτός ο καλός φίλος, ξέχασα να το πω νωρίτερα, λέγεται Ιάκωβος Μπράουν αλλά ο πολύς κόσμος τον λέει Μπράουν ο Τίγρης. Αυτά ήθελα να σας πω, μαμά, και να σας πω ακόμα πως άδικα κάνετε όνειρα που δε θα γίνουν ποτέ αλήθεια. Και πως ο κύριός μου έχει στο συρτάρι του κάτι χαρτιά για κάποια ψευτο-εταιρεία που νοικιάζει ρούχα και ξύλινα πόδια σε ζητιάνους.

ΠΗΤΣΑΜ, στο κοινό: Η γυναίκα μου κάνει πλάτες στην κόρη μου να τα φτιάξει μ' έναν ληστή. Ο ληστής ξεπλανεύει ένα κορίτσι που ακόμα δεν έμαθε τον κόσμο. Η κόρη βοηθά το ληστή να εκβιάσουν τον μπαμπά, κι ο μπαμπάς θα πάει στην αστυνομία για να σώσει το τομάρι του, γιατί σ' αυτή τη ζούγκλα που ζούμε όποιος θέλει να ζήσει, πρέπει να φάει τον άλλο.

(Ενώ πέφτει σιγά-σιγά η αυλαία, η Πόλυ, ο κύριος Πήτσαμ κι η κυρία Πήτσαμ τραγουδάνε το τραγούδι:
Για την Αστάθεια των Ανθρώπινων Σχέσεων

ΠΟΛΥ:
Ό,τι ζητάω είναι πολύ;
Μια φορά κι εγώ ποθώ
σε κάποιον να δοθώ.
Είν' οι στόχοι μου ψηλοί;
Το δίκιο του ανθρώπου στη ζωή
τη σύντομη είναι να χαρεί
να του δοθεί κάθε ηδονή μεγάλη
ψωμί να τρώει κι όχι να πονεί.
Το δίκιο αυτό μες στης ζωής τη ζάλη
μα κρίμα, δεν ακούστηκε ποτές
πως δίκιο βρήκε κάποιος στη ζωή.
Το δίκιο ποιος δεν θα θελε και σήμερα και χτες
μα η κατάσταση δεν ευνοεί.

ΚΥΡΙΑ ΠΗΤΣΑΜ:
Πώς θα θελα να σου δοθώ
χαλάλι σου να 'ν' η ζωή μου
να χαρείς κι εσύ μαζί μου.
Και ποιος δεν το θέλει αυτό;

ΠΗΤΣΑΜ:
Να 'μαι άνθρωπος καλός!
Πώς το ποθώ!
Το βιος μου να 'δινα
σε κάθε ένα φτωχό.
Αν όλοι ήταν καλοί κι αγαπημένοι
παράδεισος θε να ταν η οικουμένη!
Να 'σαι άνθρωπος καλός!
Ποιος δεν το θέλεις
Όμως σε τούτον τον πλανήτη εδώ
φτωχά τα μέσα κι οι άνθρωποι κακοί.
Δε θέλω ειρηνικά εγώ να ζω;
Μα η κατάσταση δεν ευνοεί.

ΠΟΛΥ και ΚΥΡΙΑ ΠΗΤΣΑΜ:
Σωστά τα λέει δυστυχώς
φτωχός ο κόσμος και ο άνθρωπος κακός.

ΠΗΤΣΑΜ:
Σωστά τα λέω δυστυχώς
φτωχός ο κόσμος και ο άνθρωπος κακός.
Ποιος δεν ήθελε παράδεισο τη γης
Μα η κατάσταση το ευνοεί;
Όχι, έτσι είναι δυστυχώς.
Κι ο αδερφός που σ' αγαπά,
απ' το φαΐ του σε κλοτσά
κι αμέσως γίνεται κακός.
Πίστη όλοι θέλουν στη ζωή
κι η γκόμενα που σ' αγαπά
δίχως αγάπη σε πετά κι αμέσως γίνεται κακή
κι ας το 'θελε να ναι καλή.
Και το παιδί που σ' αγαπά
αν δεν του δώσεις σε κλοτσά
κι αμέσως γίνεται κακό,
Αχ, ποιος δεν θέλει τον άνθρωπο αδερφός

ΠΟΛΥ και ΚΥΡΙΑ ΠΗΤΣΑΜ:
Αχ, τι κακό, τι κρίμα
όλα τα κυβερνά το χρήμα.
Φτωχός ο κόσμος και ο άνθρωπος κακός
έτσι είναι δυστυχώς,
ΠΗΤΣΑΜ
Δίκιο έχω δυστυχώς
φτωχός ο κόσμος και ο άνθρωπος κακός.
Όλοι θα ήμασταν καλοί
κι όχι κακοί.
Μα η κατάσταση δεν ευνοεί.

ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Μα τότε είν' η ζωή πεζή
Στο ψέμα ο καθένας ζει!

ΠΗΤΣΑΜ:
Φτωχός ο κόσμος και ο άνθρωπος κακός
δίκιο έχω δυστυχώς!

ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ:
Αχ, τι κακό τι κρίμα!
Όλα τα κυβερνά το χρήμα,
Και η ζωή είναι πεζή
στο ψέμα ο καθένας ζει!

(Οι τρεις Πίτσαμ αποσύρονται και βγαίνει στη ράμπα ο Παρουσιαστής.)

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ: Σε λίγο ο κύριος Πήτσαμ θα βάλει μπροστά το σατανικό σχέδιό του και θα πάει να πουλήσει τις υπηρεσίες του στον αρχηγό της αστυνομίας Ιάκωβο Μπράουν, τον επιλεγόμενο Τίγρη. Η Πόλυ κάνει πως είναι μαζί του για να του ρίξει στάχτη στα μάτια και να προστατέψει τον καλό της.

ΑΥΛΑΙΑ στην πρώτη πράξη