Μπέρτολτ Μπρεχτ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Η Άννα Φίρλινγκ, γνωστή με το όνομα Μάνα Κουράγιο, είναι μία γυναίκα που περιπλανιέται με τον αραμπά της για χρόνια ολόκληρα κατά τη διάρκεια του τριακονταετούς θρησκευτικού πολέμου μεταξύ Ευαγγελικών και Καθολικών, τον 17ο αιώνα. Η Μάνα Κουράγιο πουλά εμπορεύματα, όπλα και ό,τι άλλο μπορεί να προμηθευτεί για να επιβιώσει, στο έργο περιγράφεται η πείνα, η κατάπτωση, η ισοπέδωση των αξιών, η εξαθλίωση της ανθρώπινης υπόστασης. Το ένα μετά το άλλο, τα τρία της παιδιά σκοτώνονται, χωρίς ωστόσο να προκληθεί στο θεατή οίκτος για την μάνα. Ο Μπρεχτ δεν καταφεύγει σε φτηνούς μελοδραματισμούς, έχει σκοπό να ερεθίσει και να ενεργοποιήσει τη σκέψη και όχι το συναίσθημα του θεατή.

Η ΜΑΝΑ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ

Απόσπασμα από την αρχή του έργου

ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ 1624. Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΟΞΕΣΤΕΙΡΝΑ ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΕΙ ΑΝΔΡΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΩΝΙΑ. Η ΓΥΡΟΛΟΓΙΣΣΑ ΑΝΝΑ ΦΙΡΛΙΝΓΚ, ΓΝΩΣΤΗ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΑΝΑ ΚΟΥΡΑΓΙΟ, ΧΑΝΕΙ ΕΝΑ ΓΙΟ ΤΗΣ.

Δημοσιά κοντά σε πόλη
("Ενας λοχίας και ένας Στρατολόγος στέκουν τουρτουρίζοντας)
ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΟΣ
Πώς διάολο να μαζέψεις στρατό σ' αυτό τον τόπο; Λοχία, είναι φορές που σκέφτομαι κιόλας ν' αυτοκτονήσω. Ίσαμε τις δώδεκα του μήνα πρέπει να παρατάξω μπροστά στο στρατηγό τέσσερις διμοιρίες, κ' οι άνθρωποι εδώ γύρω έχουν τέτοια κακία που δεν κλείνω μάτι τις νύχτες. Στο τέλος κάποιον καταφέρνω να ξετρυπώσω, τον περνάω επιθεώρηση, κάνω πώς δε βλέπω ότι είναι στενοθώρακας και ότι έχει φλεβίτιδα, πάει τον μέθυσα, έβαλε κιόλας την υπογραφή του, δε μου μένει παρά να πλερώσω το ρακί – νάσου και τον βλέπω να βγαίνει όξω. Τρέχω εγώ καταπόδι του γιατί κάτι ψυλλιάζουμαι – μάλιστα, άφαντος έγινε, λές κι άνοιξε η γης και τον κατάπιε. Δεν υπάρχει πια αντρίκιος λόγος, δεν υπάρχει πίστη και τιμιότητα, δεν υπάρχει φιλότιμο. Εδώ, λοχία, έχασα την εμπιστοσύνη μου στην ανθρωπότη τα.
ΛΟΧΙΑΣ
Ο πόλεμος έλειψε πολύ καιρό από τούτο τον τόπο, αυτό είναι ολοφάνερο. Πού να τη βροΥν λοιπόν την ηθική, σε ρωτάω; “Η ειρήνη δεν είναι παρά τσαπατσουλιά, μονάχα ό πόλεμος βάζει τάξη στα πράγματα. “Η ανθρωπότητα τα φορτώνει όλα στον πετεινό όταν είναι ειρήνη. "Ανθρωποι και βιός ξοδεύονται άστοχα στα, λες κ' είναι για πέταμα. Ο καθένας τρώει ό,τι του καπνίσει, μισό κεφάλι τυρί πάνω στο άσπρο ψωμί και πάνω στο τυρί άλλη μια φέτα χοιρινό. Πόσα παλληκάρια και πόσα γερά άλογα έχει τούτη δω ή πόλη δεν το ξέρει κανένας, κι ούτε που τα μέτρησαν ποτέ. Πέρασα από τόπους όπου δεν είχαν δει πόλεμο, μπορεί εβδομήντα χρόνια έ, λοιπόν, οι άνθρωποι εκεί δεν είχαν πια ούτε ονόματα, μήτε που γνώριζε ο ένας τον άλλο. Μονάχα όπου υπάρχει πόλεμος υπάρχουν κατάλογοι της προκοπής και κιτάπια, κάνουν αρμαθιές τα παπούτσια και βάζουν το στάρι στο σακί, μετράνε στον πόντο ανθρώπους και ζώα και τα κουβαλάνε, γιατί όλοι ξέρουν πώς δίχως τάξη δεν γίνεται πόλεμος!
ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΟΣ
Δίκιο έχεις . Έτσι είναι, όπως τα λες!
ΛΟΧΙΑΣ
Βέβαια, σαν όλα τα καλά έτσι κι ο πόλεμος είναι στην αρχή δύσκολος. Μα όταν πάρει μια φορά τ' άπάνου, γίνεται πεισματάρης, τότες οι άνθρωποι τη φοβούνται την ειρήνη, καθώς κι οι παίχτες με τα ζάρια που φοβούνται να σταματήσουν, γιατί τότε πρέπει να μετρή σουν τη χασούρα. Στην αρχή όμως τόνε τρομάζουν τον πόλεμο. Τους είναι βλέπεις κάτι καινούργιο.
ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΟΣ
Κοίτα να δεις, έρχεται ένας αραμπάς. Δυό γυναίκες και δυο νέα παλληκάρια. Σταμάτησε την τη γριά, λοχία. Αν κι απ' αυτούς δε βγεί τίποτα, δεν πρόκειται να στηθώ άλλο στ' άπριλιάτικο αγέρι, σου το λέω νά το ξέρεις.
(Ακούγεται μια φυσαρμόνικα. Έρχεται ένας αραμπάς που τον τραβάνε δυο παλληκάρια. Πάνω του κάθονται ή Μάνα Κουράγιο και ή μουγγή κόρη της.)
ΜΑΝΑ:
Καλή σου μέρα κύρ-λοχία!
ΛΟΧΙΑΣ
(Τους φράζει το δρόμο): Καλημέρα άνθρωποι! Ποιοί είστε του λόγου σας;
ΜΑΝΑ
Πραματευτάδες. (Τραγουδάει):

"Ε, τα σπαθιά σας λίγο αφήστε
“Όλοι φαντάροι και πεζοί!
Τη μάχη αυτή δε θα κερδίστε
Δίχως παπούτσια και βρακί.
Μόνο ή Κουράγιο θα σας φέρει
Ρούχα, ζουνάρια και ρακί
Σπαθιά, κανόνια και ντουφέκια Δόξα δε φέρνουν και τιμή.

Ξυπνάτε σείς οι χριστιανοί
Ο ύπνος είν' γιά τούς νεκρούς
Κι όσοι είστ’ ακόμα ζωντανοί
Τραβάτε μπρός για τους έχτρούς!

Κύρ-λοχαγέ άκου μιά γνώμη
Δίχως φαί δέν πολεμά
Στον αραμπά μου θε να βρείτε
Τρόφιμα, ρούχα και κρασιά!
Τα βόλια στ' αδειανό στομάχι
Κανείς δε θέλει να δεχτεί

Μ' αν τύχει πρώτα και χορτάσει
Πρόθυμα πάει στη μαύρη γη.
Ξυπνάτε σείς οι χριστιανοί
“Ο ύπνος είν' για τους νεκρούς
Κι όσοι είστ’ ακόμα ζωντανοί
Τραβάτε μπρός για τους έχτρούς!
ΛΟΧΙΑΣ
"Ααλτ! Σε ποια μονάδα ανήκετε, γύφτοι;
Ο μεγάλος γιος
Δεύτερο φιλαντέζικο σύνταγμα.
ΛΟΧΙΑΣ
Και πού ‘ναι τα χαρτιά σας;
ΜΑΝΑ
Χαρτιά;
Ο μικρός γιος
Mά τούτη δώ είναι ή Μάνα Κουράγιο!
ΛΟΧΙΑΣ
Πρώτη φορά την ακούω. Γιατί τήνε λένε Κουράγιο;
ΜΑΝΑ
Κουράγιο με λένε λοχία, γιατί από το φόβο μου μην ξετιναχτώ πέρασα μέσα από το κανονίδι στη Ρήγα με πενήντα καρβέλια ψωμί στον αραμπά. Μόλις και πρόλαβα, είχαν αρχίσει κιόλα να μουχλιάζουν, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.
ΛΟΧΙΑΣ
Νά λείπουν τ' αστεία. Τα χαρτιά σου!
ΜΑΝΑ
(Βγάζει από να ντενεκεδένιο κουτί ένα μάτσο χαρτιά. Καθώς τα ψάχνει κατεβαίνει από τον αραμπά): Να, ετούτα είναι όλα μου τα χαρτιά, λοχία. Τούτη δώ είναι μια σύνοψη που την αγόρασα από το Αλταίτινγκ για να τυλίγω τ' αγγούρια. Κι αυτός εδώ είν' ένας χάρτης της Μοραβίας, ένας Θεός ξέρει αν θα φτάσω ποτέ ίσαμε κεί χάμω, αλλιώς θα τονε φάνε τα ποντίκια. Κ' εδώ είναι γραμμένο με βούλα και υπογραφή ότι τ' άλογό μου δεν έχει μικρόβια στο στόμα και στα πέλματα, το κακό είναι ότι ψόφησε, κόστιζε δεκαπέντε τάλλαρα, δόξα το Θεό που δεν τα πλέρωσα. Σου φτάνουν τόσα χαρτιά;
ΛΟΧΙΑΣ
Θέλεις να με πάρεις στό μεζέ; Θα σου τόν κό ψω εγώ τον αέρα! Ξέρεις καλά ότι πρέπει νάχεις άδεια!
ΜΑΝΑ
Παρακαλώ πολύ να προσέχεις τα λόγια σου και να μη λες στα παιδιά μου, πούναι αμούστακα ακόμα, ότι σε θέλω για μεζέ, αυτές είναι άπρεπες κουβέντες, εγώ δεν έχω τίποτα μ' ελόγου σου. “Η άδειά μου στο δεύτερο σύνταγμα είναι το καθαρό μου κούτελο, κι αν εσύ δεν μπορείς νά το διαβάσεις, δε φταίω εγώ γι' αυτό. Δε θα του βάλω βούλα για να φαίνεται καλύτερα.
Στρατολόγος
Λοχία, μυρίζουμαι ένα πνεύμα ανυπόταχτο σε τούτο το θηλυκό. Στο στρατόπεδο χρειαζόμαστε πειθαρχία.
ΜΑΝΑ
'Εγώ νομίζω ότι χρειάζεστε λουκάνικα.
ΛΟΧΙΑΣ
Όνομα;
ΜΑΝΑ
Αννα Φίρλινγκ.