Κορνήλιος Καστοριάδης

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ


Στο "Η άνοδος της ασημαντότητας" (πρώτη έκδοση το 1995) Ο Καστοριάδης συγκέντρωσεκείμενά του πάνω στην κοινωνία και την πολιτική σχετικά με τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Κορνήλιος Καστοριάδης

Η άνοδος της ασημαντότητας

Απόσπασμα από
Εκδόσεις Υψιλον, 2000,
μτφ Κ.Κουρεμένος,

Η σημασία της ελευθερίας γίνεται αβάσταχτη στο μέτρο που δεν καταφέρνει κανείς να κάνει κάτι την ελευθερία. Γιατί θέλουμε την ελευθερία; Τη θέλουμε κατ' αρχάς βεβαίως γι' αυτήν την ίδια αλλά τη θέλουμε και για να μπορούμε να κάνουμε κάτι. Αν δεν μπορούμε, αν δεν θέλουμε να κάνουμε κάτι, αυτή η ελευθερία μετατρέπεται σε καθαρό σχήμα του κενού. Τρομοκρατημένος μπροστά σ' αυτό το κενό, ο σύγχρονος άνθρωπος καταφεύγει στο κοπιώδες παραγέμισμα του «ελεύθερου χρόνου» του, σε μια όλο και περισσότερο επαναλαμβανόμενη, όλο και περισσότερο επιταχυνόμενη ρουτίνα. Συγχρόνως, η δοκιμασία της ελευθερίας είναι αναπόσπαστη από τη δοκιμασία της θνητότητας. (Οι «εγγυήσεις του νοήματος» αποτελούν προφανώς το ισοδύναμο της άρνησης της θνητότητας: και εδώ πάλι το παράδειγμα των θρησκειών είναι εύγλωττο).

Ένα όν -άτομο ή κοινωνία- δεν μπορεί να είναι αυτόνομο αν δεν αποδεχτεί τη θνητότητά του. Μια αληθινή δημοκρατία -όχι «δημοκρατία» απλώς διαδικασιακή–, μια αυτοστοχαστική κοινωνία η οποία αυτο-θεσμίζεται, η οποία μπορεί να θέτει συνεχώς τούς θεσμούς της και τις σημασίες της υπό αμφισβήτηση, ζει ακριβώς μέσα στη δοκιμασία της εν δυνάμει θνητότητας κάθε θεσμισμένης σημασίας. Μόνο έτσι μπορεί να δημιουργεί και, ενδεχομένως, να εγκαθιδρύει «άφθαρτα μνημεία»: μνημεία άφθαρτα, εσαεί, απόδειξη για όλους τους επερχομένους, της δυνατότητας να δημιουργεί τη σημασία ζώντας στο χείλος της Αβύσσου. [……….]

“Ο κεντρικός ρόλος της παιδείας σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναμφισβήτητος. Θα μπορούσαμε να πούμε, με μια έννοια, ότι η δημοκρατική κοινωνία είναι ένας τεράστιος θεσμός διαρκούς εκπαίδευσης και αυτό-εκπαίδευσης των πολιτών, χωρίς το οποίο δεν θα μπορούσε να ζήσει. Γιατί η δη δημοκρατική κοινωνία, σαν στοχαστική κοινωνία, οφείλει να επικαλείται συνεχώς τη διαυγή δραστηριότητα και τη φωτισμένη γνώμη όλων των πολιτών. Ακριβώς δηλαδή το αντίθετο από αυτό πού συμβαίνει σήμερα με τη βασιλεία των επαγγελματιών πολιτικών, των «ειδικών», των τηλεοπτικών δημοσκοπήσεων. Και δεν μιλώ για την παιδεία που παρέχει το «υπουργείο Παιδείας», ή εν πάση περιπτώσει όχι κυρίως γι' αυτήν, ούτε για μια νιοστή «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», με την οποία, υποτίθεται, θα προσεγγίζαμε περισσότερο τη δημοκρατία. Η παιδεία αρχίζει με τη γέννηση του ατόμου και τελειώνει με τον θάνατό του. Συντελείται παντού και πάντα. Οι τοίχοι της πόλης, τα βιβλία, τα θεάματα, τα γεγονότα εκπαιδεύουν τους πολίτες – σήμερα δε κατά κύριο λόγο «παρεκπαιδεύουν».- Συγκρίνετε την παιδεία που οι πολίτες (και οι γυναίκες, και οι δούλοι) της Αθήνας δέχονταν όταν παρακολουθούσαν τις παραστάσεις τραγωδίας και την παιδεία που δέχεται ο σημερινός τηλεθεατής όταν βλέπει τη Δυναστεία και τη Λάμψη.

[……..]

Με δεδομένη την οικολογική κρίση, την ακραία ανισότητα της κατανομής των πόρων μεταξύ πλουσίων και φτωχών χωρών, την απόλυτη σχεδόν αδυναμία να συνεχίσει το σύστημα τη σημερινή του πορεία, το απαιτούμενο είναι μια νέα φαντασιακή δημιουργία που η σημασία της δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα ανάλογο στο παρελθόν, μια δημιουργία που θα έβαζε στο κέντρο της ζωής του ανθρώπου σημασίες άλλες από την αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, που θα έθετε στόχους ζωής διαφορετικούς, για τους οποίους οι άνθρωποι θα μπορούσαν να πουν πως αξίζουν τον κόπο. Αυτό θα απαιτούσε φυσικά μια αποδιοργάνωση των κοινωνικών θεσμών, των σχέσεων εργασίας, των οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών σχέσεων.

Αυτός όμως ο προσανατολισμός απέχει απίστευτα από τα όσα σκέφτονται, και ίσως από τα όσα ποθούν οι άνθρωποι σήμερα. Αυτή είναι η κολοσσιαία δυσκολία που πρέπει ν’αντιμετωπίσουμε. Θα έπρεπε να θέλουμε μια κοινωνία στην οποία οι οικονομικές αξίες θα έχουν πάψει να κατέχουν κεντρική (ή μοναδική) θέση, όπου η οικονομία θα έχει ξαναμπεί στη θέση της, δηλαδή θα έχει γίνει ένα απλό μέσο του ανθρώπινου βίου και όχι ύστατος σκοπός, στην οποία επομένως θα έχουμε παραιτηθεί από την τρελή κούρσα προς μια συνεχώς αυξανόμενη κατανάλωση. Αυτό δεν είναι απλώς αναγκαίο για να αποφύγουμε την τελεσίδικη καταστροφή του γήινου περιβάλλοντος. Είναι αναγκαίο κυρίως για να βγούμε από τη ψυχική και ηθική εξαθλίωση των σύγχρονων ανθρώπων.

Θα έπρεπε λοιπόν από εδώ και πέρα οι άνθρωποι (μιλάω τώρα για τις πλούσιες χώρες) να δεχτούν ένα αξιοπρεπές αλλά λιτό βιοτικό επίπεδο και να παραιτηθούν από την ιδέα ότι ο κεντρικός σκοπός της ζωής τους είναι να αυξάνεται η κατανάλωση τους κατά 2 με 3% το χρόνο. Για να το δεχθούν αυτό, θα έπρεπε κάτι άλλο να δίνει νόημα στη ζωή τους. Ξέρουμε, ξέρω ποιο είναι αυτό το κάτι άλλο – τι ωφελεί όμως, από τη στιγμή που η μεγάλη πλειονότητα του κόσμου δεν το δέχεται και δεν κάνει αυτό που πρέπει ώστε να γίνει πραγματικότητα; Αυτό το άλλο είναι η ανάπτυξη των ανθρώπων, αντί για την ανάπτυξη των σκουπιδοπροιόντων. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μιαν άλλη οργάνωση της εργασίας, η οποία θα έπρεπε να πάψει να είναι αγγαρεία και να γίνει πεδίο προβολής των ικανοτήτων του ανθρώπου. Άλλο πολιτικό σύστημα, μιαν αληθινή δημοκρατία που θα συνεπαγόταν τη συμμετοχή όλων στη λήψη των αποφάσεων. Μιαν άλλη οργάνωση της παιδείας, ώστε να διαπλάθονται πολίτες ικανοί να ασκούν και να άρχονται, σύμφωνα με τη θαυμάσια έκφραση του Αριστοτέλη- και ούτω καθ’ εξής.

Εννοείται ότι όλα αυτά θέτουν θεμελιώδη προβλήματα: για παράδειγμα, με ποιον τρόπο θα μπορούσε να λειτουργήσει μια αληθινή, μια άμεση δημοκρατία, όχι πια με 30.000 πολίτες, όπως στην Αθήνα της κλασσικής εποχής, μα με 40 εκατομμύρια πολίτες, όπως στη Γαλλία, ή ακόμα και με πολλά δισεκατομμύρια άτομα στην κλίμακα του πλανήτη; Προβλήματα κολοσσιαίας δυσκολίας, που όμως κατά τη γνώμη μου μπορούν να λυθούν –με την προϋπόθεση ότι η πλειονότητα των ανθρώπων και των ικανοτήτων τους θα κινητοποιηθεί για τη δημιουργία λύσεων, αντί να προβληματίζεται για το πότε θα μπορέσει να αποκτήσει τρισδιάστατη τηλεόραση.

Αυτά είναι τα καθήκοντα που έχουμε μπροστά μας – και η τραγωδία της εποχής μας είναι ότι η δυική ανθρωπότητα κάθε άλλο παρά νοιάζεται για αυτά. Πόσον καιρό ακόμα η ανθρωπότητα θα κατατρύχεται από τις ματαιότητες και τις ψευδαισθήσεις που ονομάζουμε εμπορεύματα; Μια καταστροφή οποιουδήποτε είδους – οικολογική, για παράδειγμα – θα προκαλέσει άραγε μια βίαιη αφύπνιση, ή μήπως την εμφάνιση αυταρχικών ή ολοκληρωτικών καθεστώτων; Κανείς δε μπορεί να απαντήσει σε τέτοιου είδους ερωτήματα. Εκείνο που μπορούμε να πούμε, είναι ότι όλοι όσοι έχουν συνείδηση του φοβερά σοβαρού χαρακτήρα των ζητημάτων πρέπει να προσπαθήσουν να μιλήσουν, να ασκήσουν κριτική σε αυτή την ξέφρενη πορεία προς την άβυσσο, να ξυπνήσουν την συνείδηση των συμπολιτών τους».