|
Γουίλιαμ Σ. Μπάροουζ
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Το "Γυμνό γεύμα" δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι το 1959 και το 1962 στην Αμερική. Οι υπεύθυνοι του εκδοτικού οίκου συνελήφθησαν λόγω του άσεμνου περιεχομένου του και το στοκ κατασχέθηκε από τις Aρχές. Tρία χρόνια μετά ακολούθησε η δίκη και τελικά τον Ιούλιο του 1966 αποφασίστηκε να επιτραπεί η κυκλοφορία του βιβλίου στο οποίο μέσω των περιπετειών του ναρκομανή Ουίλιαμ Λη, σε ένα κόσμο ουσιών παραισθήσεων και αχαλίνωτου ομοφυλοφιλικού σεξ, ασκείται κριτική σην αμερικάνικη κουλτούρα του συντηρητισμού, της βίας, του σεξισμού και της διαφθοράς. | |||
|---|---|---|---|
ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΓΕΥΜΑ(οι πρώτες σελίδες)Ξεκινάμε για δυτικά ΝΙΩΘΩ ΤΟΝ ΚΛΟΙΟ ΝΑ ΣΦΙΓΓΕΙ ΓΥΡΩ ΜΟΥ, τους αισθάνομαι να ετοιμάζουν το επόμενο βήμα, να οργανώνουν τα καριόλια που ’χουν για ρουφιάνους, να μουρμουράνε πάνω από το κουτάλι και το σταγονόμετρό μου – τα σουτάρω στον σταθμό της Ουάσινγκτον Σκουέαρ, πηδάω τα περιστρεφόμενα κάγκελα κατεβαίνω δυο σιδερένιες σκάλες και παίρνω το τρένο για βόρεια… Ενας νεαρός, όμορφος, κοντοκουρεμένος, με γαλλικά και πιάνο, πουστάκος, στέλεχος διαφημιστικής εταιρείας μού κρατάει την πόρτα ανοιχτή. Προφανώς με θεωρεί και το πρώτο μούτρο. Κλασική περίπτωση τύπου που νταραβερίζεται με μπαριτζήδες και ταρίφες, μιλάνε για δεξιά κροσέ και τους Ντότζερς, φωνάζει με το μικρό του όνομα το παιδί στο γκισέ του Νέντικ. Σκέτος μαλάκας. Και πάνω στην ώρα καταφτάνει στην αποβάθρα ο αρχίδης της Δίωξης με την άσπρη καμπαρντίνα (φαντάσου να ακολουθείς κάποιον φορώντας άσπρη καμπαρντίνα. Μάλλον θα θες να σε περάσουν για λούγκρα). Τον φαντάζομαι να κρατάει τα σύνεργά μου στο αριστερό του χέρι και το κουμπούρι στο δεξί και να μου λέει: «Σου πέσανε αυτά, κολλητέ». Το τρένο, όμως, έχει ξεκινήσει. «Τα λέμε, μπατσόσκυλο!» φωνάζω, ανταποκρινόμενος στις προσ- δοκίες του πουστάκου. Τον κοιτάζω στα μάτια, παρατηρώ τα λευκά του δόντια, το μαύρισμα από τις παραλίες της Φλόριντα, το διακοσίων δολαρίων κοστούμι του από δέρμα καρχαρία, το Μπρουκς Μπρόδερς πουκάμισο με τον σένιο γιακά και τα μανικετόκουμπα, κουβαλώντας τη News σαν ευυπόληπτος πολίτης. «Εγώ μόνο τον Μικρό Άμπνερ1 διαβάζω». Ξενέρωτος που περνιέται για αλάνι… Όλο για «ρίγανες» μιλάει, πίνει κιόλας πού και πού και βαστάει και κάμποση για να έχει να κεράσει τις μούρες από το Χόλιγουντ. «Σ’ ευχαριστώ, ρε λεβέντη», του λέω, «απ’ ό,τι βλέπω είσαι δικός μας». Το πρόσωπό του ανάβει σαν φλιπεράκι με αυτά τα ηλίθια ροζ λαμπάκια. «Πήγε και έβγαλε δελτίο», είπα ξινισμένος. (Σημείωση: Στη διάλεκτο των Βρετανών απατεώνων «βγάζω δελτίο» σημαίνει ρουφιανεύω). Τον πλησίασα και ακούμπησα τα λερωμένα πρεζάκικα δάχτυλά μου στο σαγρέ μανίκι του. «Και ορκιζόμασταν με αίμα πάνω στο ίδιο άπλυτο σέο. Μην σου ξεφύγει πουθενά, αλλά πάει γυρεύοντας για ψάκι. (Σημείωση: Πρόκειται για κάψουλα πρέζας-δηλητήριο που πωλείται στον ναρκομανή με την προοπτική της εξουδετέρωσης. Συνήθεις αποδέκτες είναι διάφοροι πληροφοριοδότες. Συχνά το ψάκι είναι στρυχνίνη, αφού μοιάζει στη γεύση και στην όψη με πρέζα.) Έχεις δει κανέναν να βαράει ψάκι, αγόρι; Εγώ είδα στη Φιλαδέλφεια τον Κουτσέα να αρπάζει ένα. Είχαμε στήσει στο δωμάτιό του έναν καθρέφτη, από αυτούς που έχουν στα μπουρδέλα και μπορείς να δεις από πίσω, και όποιος ήθελε να δει έπρεπε να στάξει μια δεκαρού. Ούτε που πρόλαβε να βγάλει τη βελόνα από το χέρι. Αδύνατο να προλάβεις αν το φιξάκι είναι όπως πρέπει. Έτσι τους βρίσκουν, με το σταγονόμετρο τίγκα στο σκοτωμένο αίμα να κρέμεται από το μελανιασμένο χέρι. Έπρεπε να ’βλεπες τα μούτρα του την ώρα που βάρεσε – τι να σου λέω τώρα αγόρι, σπέσιαλ πράμα… Θυμάμαι τότε που γυρνούσα από δω και από κει με τον Βιτζιλάντη*, το καλύτερο άτομο στην πιάτσα για ψαχτικές. Ήμασταν Σικάγο… Νταραβεριζόμασταν με τις λούγκρες στο Λίνκολν Παρκ. Ένα βράδυ ο Βιτζιλάντης εμφανίζεται για δουλειά φορώντας καουμπόικες μπότες, ένα μαύρο γιλέκο με ένα θεόρατο σήμα του σερίφη κολλημένο πάνω του και με ένα λάσο να κρέμεται από τον ώμο του. Οπότε του λέω: “Τι σ’ έπιασε; Παλάβωσες τελείως;” Αυτός ίσα που με κοίταξε και μου είπε: “Τράβα την πορεία σου, ξένε”, και βγάζει ένα παλιό, σκουριασμένο εξάσφαιρο κι εγώ ξαμολιέμαι στο Λίνκολν Παρκ, ενώ οι σφαίρες σφύριζαν δίπλα στ’ αυτιά μου. Μέχρι να τον δέσουν οι κερατάδες, ο Βιτζιλάντης είχε φάει τρεις λούγκρες. Δεν του το βγάλανε για πλάκα το παρατσούκλι, άκου που σου λέω… Έχεις προσέξει πόσες εκφράσεις ξεσηκώνουν τα αλάνια από τις αδερφές; Που χου, το “με νιώθεις;” για να ξέρει ο άλλος ότι χαμπαριάζεις; “Πιάστε τη!” “Πιάστε τον Παρηγοράκια που ’χει στριμώξει το κορόιδο και τον κωλογλείφει!” “Το ’χει πάρει πατριωτικά και η κοροϊδάρα θα τον πονηρευτεί”. Ο Σόλας (το παρατσούκλι τού βγήκε επειδή ξετίναζε φετιχιστές σε παπουτσάδικα) έλεγε: “Πήδα ένα κορόιδο με λιπαντικό και να δεις που μετά θα κλαίγεται ότι θέλει κι άλλο”. Όταν ο Σόλας σταμπάρει ένα κορόιδο αρχίζει και βαριανασαίνει. Τα μούτρα του πρήζονται και τα χείλια του μπλαβίζουν, σαν καψωμένος Εσκιμώος. Μετά πλησιάζει αργά αργά το κορόιδο, κόβει σε τι φάση βρίσκεται και το ψαχουλεύει με τα σάπια, εκτοπλασματικά δάχτυλά του. Ο Τσοπάνος έχει το άδολο βλέμμα μικρού παιδιού, σαν να βγαίνειαπό μέσα του γαλάζιο νέον. Μοιάζει να ξεπήδησε από εξώφυλλο της Saturday Evening Post μαζί με μια αρμαθιά γατόψαρα και να παστώθηκε σε πρέζα. Τα κορόιδα που διπλαρώνει δεν μανουριάζουν ποτέ, και όποτε θέλει να γίνει οι μπαρμπουτιέρηδες πάντα του ξηγιούνται. Μια μέρα ο Μικρός Μπλου χάζεψε και ξέρασε ένα πράμα που θα έκανε μέχρι και τραυματιοφορέα να βγάλει τα συκώτια του. Τελικά του Τσοπάνου του έστριψε και άρχισε να τρέχει μέσα σε άδεια φαγάδικα και σταθμούς του υπόγειου και να ουρλιάζει: “Γύρνα πίσω, ρε παλικάρι!!! Γύρνα πίσω, ρε!!!” Είχε πάρει στο κατόπι το συντρόφι του και το ακολούθησε μέχρι το Ιστ Ρίβερ, περνώντας ανάμεσα από καπότες και πορτοκαλόφλουδες, ψηφιδωτά από πεταμένες εφημερίδες, μέσα στην ασάλευτη, μαύρη λασπουριά με τους μπετοναρισμένους συμμορίτες και ανάμεσα σε πιστόλια που τα ’χανε στραπατσάρει για να αποφύγουν το αδιάκριτο χέρι των καυλωμένων ειδικών της Βαλλιστικής». Και η αδερφάρα λέει από μέσα της: «Τι μούτρο είναι αυτό, ρε!!! Πού να τα πω στα παιδιά στου Κλαρκ για δαύτον». Κάνει συλλογή από μούτρα αυτός, πιθανότατα θεωρεί και τον Τζο Γκουλντ μεγάλη ατραξιόν. Γι’ αυτό κι εγώ πάω να τον πιάσω κορόιδο για μια δεκαρού και κανονίζουμε ραντεβού για να του πουλήσω λίγη «ρίγανη», όπως την αποκαλεί, και σκέφτομαι: «Την έχει στο τσεπάκι την καλαμίθρα το ζωάδι». (Σημείωση: Η καλαμίθρα μυρίζει σαν μαριχουάνα όταν καίγεται. Συχνά πασάρεται σε απρόσεχτους ή απληροφόρητους αγοραστές.) «Λοιπόν», είπα χτυπώντας ελαφρά το χέρι μου, «με καλεί το καθή κον. Και όπως είπε και ένας δικαστής σε έναν άλλον: “Έσω αδέκαστος, αν όμως αδυνατείς έσω αυθαίρετος”». Μπαίνω στο φαγάδικο με τους κερματοδέκτες και βρίσκω τον Μπιλ Γκέινς τυλιγμένο στο παλτό κάποιου άλλου, λες και είναι τραπεζίτης του 1910 με πάρεση, να κάθεται μαζί με τον γεροΜπαρτ, εξαθλιωμένο και εξαϋλωμένο, βουτώντας κέικ στον καφέ με δάχτυλα μέσα στη λίγδα και τη σκλέπα. Είχα μερικούς πελάτες στα βόρεια που τους ανέλαβε ο Μπιλ, και ο Μπαρτ ήξερε κάτι ραμολιμέντα από τον καιρό που φουμάρανε όπιο, φασματικούς επιστάτες, γκρίζους σαν τη στάχτη, θυρωρούς φαντάσματα που σκουπίζουν σκονισμένους διαδρόμους με τα αργά, γερασμένα χέρια τους, βήχοντας και φτύνοντας από την πρωινή χαρμάνα, παροπλισμένους ασθματικούς κλεπταποδόχους σε παλιακά ξενοδοχεία, τη Ρόουζ με τα Παντοπόν, τη γηραιά κυρία από την Πεορία, στωικούς Κινέζους σερβιτόρους που βαστάνε την αρρώστια μέσα τους. Ο Μπαρτ τους ξετρύπωνε περπατώντας με το βήμα του γέρου πρεζάκια, υπομονετικά, προσεκτικά και αργά, ενσταλάζοντας μερικές ώρες ζεστασιάς στα αναιμικά τους χέρια. Τζάνκιαπόσπασμα(...) Είχα να πάρω πρέζα δυο μήνες. Όταν ξεκόβεις από την πρέζα κάθε στιγμή σού φαίνεται ίδια με την προηγούμενη, ωστόσο θυμάσαι τις ώρες που βαρούσες, τον στατικό τρόμο της πρέζας, τη ζωή σου να αφομοιώνεται από το χέρι σου τρεις φορές τη μέρα. Κάθε δόση να σε φέρνει πιο κοντά στην τελευταία σου... Τα περισσότερα πρεζόνια τα ξεχωρίζεις από μακριά. Κάποτε μου ανέβαινε η πίεση από ηδονή μόλις έβλεπα τον γερο-Άικ. Όταν πρεζάρεσαι, η θέα του πρεζέμπορα σου δημιουργεί τα ίδια συναισθήματα με αυτή του εραστή σου. Ανυπομονείς να ακούσεις τον χαρακτηριστικό ήχο των βημάτων του στον διάδρομο, τον ξεχωριστό τρόπο που χτυπάει την πόρτα, εξετάζεις τα πρόσωπα των ανθρώπων που σε πλησιάζουν στον δρόμο για να δεις αν είναι αυτός. Φαντασιώνεσαι κάθε λεπτομέρεια του παρουσιαστικού του σαν να στεκόταν μπροστά σου στην πόρτα και να σου πέταγε το συνηθισμένο αστείο των πρεζεμπόρων: "Θα σε στεναχωρήσω, αλλά δεν βρήκα να ψωνίσω". Τον φαντασιώνεσαι την ώρα που παρακολουθεί την έκφραση της ελπίδας και της αγωνίας στο πρόσωπό σου, καθώς απολαμβάνει την αίσθηση της ευεργετικής του εξουσίας, της εξουσίας τού να προσφέρει και να κατακρατεί. Ο Πατ στη Νέα Ορλεάνη το έκανε συνεχώς. Το ίδιο και ο Μπιλ Γκέινς στην Νέα Υόρκη. Ο γερο-Άικ μπορεί να σου ορκιζόταν ότι δεν έχει καθόλου και έπειτα σου έβαζε το φακελάκι στην τσέπη και σου έλεγε "Να, πάνω σου το είχες τόση ώρα". Όμως πλέον είχα ξεκόψει. Παρ' όλα αυτά, δεν θα έλεγα όχι για λίγη μορφίνη πριν πάω για ύπνο, ή ακόμα καλύτερα, για ένα σπίντμπολ, μισό κοκαϊνη μισό μορφίνη. Πρόφτασα τον Άικ στην πόρτα του σπιτιού. Ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο του και αυτός γύρισε. Όταν με αναγνώρισε μού χαμογέλασε με το χαμόγελο ξεδοντιάρας γριάς πρεζούς... "Γεια", είπε. "Χρόνια και ζαμάνια", είπα. "Πού έχεις χαθεί;" Γέλασε. "Με χώσανε μέσα", είπε. "Τέλος πάντων, δεν ήθελα να 'ρθω γιατί ήξερα ότι έχεις ξεκόψει. Δεν παίρνεις τίποτα;" "Τίποτα". "Άρα δεν θες καμιά ενεσούλα", είπε χαμογελώντας ο γερο-Άικ. "Κοίτα..." Ένιωσα αυτή την παλιά έξαψη, όπως όταν συναντάς κάποιον με τον οποίον στο παρελθόν πηδιόσουν και ξαφνικά η έξαψη αυτή επανέρχεται και γνωρίζετε και οι δυο πως θα ξαναπηδηχτείτε. Ο Άικ έκανε μια χειρονομία αγανάκτησης. "Έχω περίπου δέκα μιλιγκράμ. Δεν μου κάνουν τίποτα εμένα. Έχω και λίγη κόκα". "Έλα μέσα", του είπα. (...) |