ΑποσπάσματαΔιάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Ντιντερό · Πολιτική εξουσία,
( Από εγκυκλοπαίδεια)
Κάθε αυθαίρετη διακυβέρνηση είναι κακή δεν εξαιρώ την αυθαίρετη διακυβέρνηση ενός καλού, σταθερού, δίκαιου και φωτισμό νου ηγεμόνα. [...] Ένας δεσπότης, και ο καλύτερος των ανθρώπων να είναι, κυβερνώντας κατά την αρέσκειά του διαπράττει έγκλημα. Είναι ένας καλός βοσκός που καταντά τους υπηκόους του στην κατάσταση των ζώων. [...] Μια από τις μεγαλύτερες δυστυχίες που μπορούν να συμβούν σε' ένα ελεύθερο έθνος, θα ήταν δύο ή τρείς αλλεπάλληλες βασιλείες δίκαιου και φωτισμένου δεσποτισμού.
Η διακυβέρνηση, παρ' ότι κληρονομική σε μια οικογένεια και βαλμένη στα χέρια ενός, δεν είναι ιδιωτικό αγαθό, αλλά δημόσιο αγαθό πού, κατά συνέπεια, δεν μπορεί ποτέ ν' αφαιρεθεί από το λαό, στον οποίο και μόνο ανήκει ουσιαστικά και σε πλήρη κυριότητα. Γι' αυτό το λόγο, αυτός πάντα καταρτίζει το συμβόλαιο που κατακυρώνει την άσκησή της. Δεν ανήκει το Κράτος στον ηγεμόνα, ο ηγεμόνας ανήκει στο Κράτος αλλά ανήκει στον ηγεμόνα να κυβερνά, επειδή τον διάλεξε γι' αυτό το σκοπό το Κράτος, επειδή δεσμεύτηκε απέναντι στους λαούς να διαχειρίζεται τις κρατικές υποθέσεις και επειδή οι λαοί, από τη μεριά τους, δεσμεύτηκαν να τον υπακούνε, σύμφωνα με τους νόμους. Αυτός που φορά το στέμμα έχει απολύτως το δικαίωμα να το καταθέσει, αν θέλει αλλά δεν έχει το δικαίωμα να το μεταφέρει στο κεφάλι ενός άλλου, χωρίς τη συγκατάθεση του έθνους που το έλα στο δικό του. Με δυο λόγια, η διακυβέρνηση, το στέμμα και η δημόσια εξουσία είναι αγαθά που ιδιοκτήτης τους είναι το σώμα του έθνους και που οι ηγεμόνες έχουν την επικαρπία τους και είναι οι λειτουργοί και θεματοφύλακές τους.
10 αποσπάσματα για το θάρρος
Διάβασε επιλεγμένα αποσπάσματα βιβλίων για το θάρρος. Λογοτεχνικά και στοχαστικά κείμενα που εξερευνούν διαφορετικές πλευρές του ανθρώπινου συναισθήματος.
(απόσπασμα)Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Όργουελ · Η φάρμα των ζώων
Πόσο μόχθησαν και ιδρωκόπησαν μέχρι να συλλέξουν το σανό! Οι προσπάθειές τους όμως ανταμείφτηκαν: η σοδειά ήταν πολύ πιο μεγάλη απ' όσο ελπίζανε.
Ήταν φορές που η δουλειά ήταν σκληρή. Τα εργαλεία είχαν σχεδιαστεί να χρησιμοποιούνται απ' τους ανθρώπους κι όχι απ' τα ζώα. Έτσι τα εμπόδια ήταν μεγάλα επειδή κανένα ζώο δεν ήταν σε θέση να μεταχειριστεί ένα εργαλείο που απαιτούσε όρθια στάση. Τα γουρούνια όμως ήταν τόσο ξύπνια που κάθε δυσκολία κατάφερναν να την ξεπερνούν. Όσο για τ' άλογα, γνώριζαν κάθε σπιθαμή του χωραφιού και την τέχνη να θερίζουν και να δικρανίζουν πολύ καλύτερα από τον Τζόουνς και τους ανθρώπους του. Τα γουρούνια στην πραγματικότητα Δε δούλευαν αλλά διεύθυναν και καθοδηγούσαν τ' άλλα. Με τις ανώτερες γνώσεις που είχαν, ήταν φυσικό πως θα έπαιρναν στα χέρια τους την εξουσία. Ο Μπόξερ και η Κλόβερ ζεύτηκαν τη θεριστική μηχανή και την τσουγκράνα (για γκέμια και χαλινάρια βέβαια τώρα Δε γινόταν λόγος), και περιέτρεχαν το χωράφι μ' ένα γουρούνι ξοπίσω τους που τους φώναζε: «Άιντε, σύντροφοι!» ή «Έι, σταματάτε, σύντροφοι!» κατά την περίσταση. Και κάθε ζώο, μέχρι το πιο τιποτένιο δούλευε στο θημώνιασμα και το μάζεμα του σανού. Ως και οι πάπιες κι οι κότες πηγαινοέρχονταν όλη μέρα κάτω απ΄ το λιοπύρι κουβαλώντας μικρούτσικα χερόβολα σανό με τα ράμφη τους. Στο τέλος κατάφεραν να ξεμπερδέψουν με το θέρισμα δυο μέρες νωρίτερα απ' όσο έκαναν συνήθως ο Τζόουνς και οι άνθρωποί του. Κι όμως, η σοδειά ήταν η μεγαλύτερη απ' όσες είχε γνωρίσει ποτέ η φάρμα. Δεν έγινε καμιά σπατάλη. Οι κότες και οι πάπιες με τη διαπεραστική ματιά τους μάζεψαν ως και το τελευταίο αχυράκι. Από τα ζώα της φάρμας κανένα δεν έκλεψε ούτε μια μπουκιά.
Όλο εκείνο το καλοκαίρι οι δουλειές της φάρμας πήγανε ρολόι. Τα ζώα ήταν ευτυχισμένα όσο ποτέ δεν είχαν ονειρευτεί. Κάθε μπουκιά που έβαζαν στο στόμα τους ήταν μια αληθινή απόλαυση αφού το φαΐ ήταν αναντίρρητα κατάδικό τους, δικής τους παραγωγής και για δική τους κατανάλωση, και δεν τους το είχε μοιράσει εκείνο το ανάποδο αφεντικό τους. Με τα ανάξια παρασιτικά ανθρώπινα όντα διωγμένα, το φαΐ ήταν πιο πολύ για όλους. Η καλοπέραση περίσσευε κι αυτή, μολονότι τα ζώα δεν ήταν και πολύ έμπειρα σ' αυτήν. Από δυσκολίες συνάντησαν πολλές. Όπως να πούμε, όταν καθώς προχώρησε η χρονιά και θέρισαν το σιτάρι, αναγκάστηκαν να το αλωνίσουν με το παλιό σύστημα και να το λιχνίσουν· φυσώντας το με το στόμα, γιατί η φάρμα Δε διέθετε αλωνιστική μηχανή. Τα τετραπέρατα όμως γουρούνια και ο Μπόξερ με τα τρομερά του μούσκλια κατάφερναν πάντοτε να ξεπερνούν τις δυσκολίες. Τον Μπόξερ τον θαύμαζαν όλοι, απ' τον καιρό ακόμη του Τζόουνς. Ήταν καλός δουλευτής, τώρα όμως είχε φτάσει να κάνει για τρία άλογα κι όχι για ένα. Ήταν μέρες που όλη η δουλειά της φάρμας έπεφτε στους γερούς του ώμους. Απ' τα χαράματα ως το σούρουπο έσπρωχνε, τράβαγε και ήταν παρών σε κάθε σημείο που υπήρχε βαριά δουλειά. Είχε συμφωνήσει μ΄ ένα από τα πετεινάρια να τον ξυπνάει το πρωί μισή ώρα νωρίτερα απ' τους άλλους για να δουλεύει εθελοντικά εκεί που υπήρχε πιο πολλή ανάγκη, και προτού ν' αρχίσει η κανονική δουλειά της ημέρας. Η στάση του σε κάθε πρόβλημα και αναποδιά ήταν «θα δουλέψω πιο σκληρά», που αποτελούσε και το προσωπικό του σύνθημα.
Αλλά κι όλοι οι άλλοι δούλευαν σύμφωνα με τις ικανότητες τους. Οι κότες και οι πάπιες , για παράδειγμα, μάζεψαν πέντε μόδια σιτάρι κατά το θέρισμα που συγκέντρωσαν από τα κλωνιά που είχαν πέσει στο χώμα. Κανείς δεν έκλεβε, κανείς Δε μουρμούριζε για τη μερίδα του. Οι καβγάδες κι οι δαγκωνιές, οι ζηλοφθονίες που ήταν συνηθισμένα καμώματα της ζωής που πέρασε, είχαν σχεδόν εξαφανιστεί. Κανείς δεν έκανε ζαβολιές ή καλύτερα, σχεδόν κανένας. Η Μόλη, για να πούμε τη αλήθεια, δεν τα κατάφερνε να σηκώνεται νωρίς το πρωί, κι έβρισκε τρόπους ν' αφήνει τη δουλειά της στη μέση λέγοντας πως είχε μπει στην οπλή της κάποιο λιθάρι. Αλλά και της γάτας η συμπεριφορά ήταν κάπως παράξενη. Παρατηρήθηκε πως κάθε φορά που ήταν να γίνει κάποια δουλειά, γινόταν άφαντη. Ήταν ικανή να χαθεί για ώρες και στο τέλος να κάνει την εμφάνισή της την ώρα του φαγητού ή το σούρουπο, όταν πια είχαν τελειώσει οι δουλειές, Σα να μην είχε συμβεί τίποτα. Έβρισκε όμως κάτι δικαιολογίες κι άρχιζε ένα τόσο τρυφερό γούρ-γούρ που ήταν αδύνατο να μην πιστέψεις την καλή της διάθεση. Ο γερο-Βενιαμίν, ο γαϊδαράκος από τον καιρό της Επανάστασης δεν έδειχνε να 'χει αλλάξει καθόλου. Έκανε τη δουλειά του με τον ίδιο βραδύ ρυθμό και το ίδιο πείσμα όπως και τον καιρό του Τζόουνς, χωρίς ν' αποφεύγει τίποτα, αλλά και χωρίς να πηγαίνει γυρεύοντας για παραπάνω δουλειές. Σχετικά με την Επανάσταση και τα επακόλουθά της Δε διατύπωνε καμιά κρίση. Όταν τον ρωτούσαν αν ήταν πιο ευτυχής τώρα που ο Τζόουνς ήταν φευγάτος, αποκρινόταν μ' ένα: «Τα γαϊδούρια ζούνε πολλά χρόνια. Κανένας σας δεν είδε ποτέ ψόφιο γαϊδούρι» και τ' άλλα ζώα έπρεπε ν' αρκεστούν σ' αυτή την αινιγματική απόκριση. Τις Κυριακές είχαν σχόλη. Το κολατσιό το παίρνανε μια ώρα αργότερα από το κανονικό και κατόπιν έκαναν τελετή που την παρακολουθούσαν κάθε εβδομάδα απαραίτητα. Πρώτα γινόταν η έπαρση της σημαίας. Ο Χιονάτος είχε βρει στο δωμάτιο με τις σαγές ένα παλιό πράσινο τραπεζομάντιλο της κυρα-Τζόουνς πάνω στο οποίο είχε ζωγραφίσει με άσπρη μπογιά μια οπλή κι ένα κέρατο. Την ανέβαζαν κάθε Κυριακή πρωί στον ιστό που βρισκόταν στον κήπο. Το πράσινο χρώμα της σημαίας, εξηγούσε ο Χιονάτος, παρίστανε τα λιβάδια της Αγγλίας και η οπλή με το κέρατο συμβόλιζαν τη μελλούμενη Δημοκρατία των Ζώων όταν πια το γένος των ανθρώπων θα 'χε ανατραπεί. Μετά από την έπαρση της σημαίας όλα τα ζώα σε παράταξη κατευθύνονταν στη μεγάλη σιταποθήκη για τη γενική τους συνέλευση που την ονόμαζαν Συγκέντρωση. Στη διάρκειά της προγραμμάτιζαν τις δουλειές της ερχόμενης βδομάδας και συζητούσαν τις προτάσεις που υποβάλλονταν. Τις προτάσεις τις έκαναν πάντοτε τα γουρούνια. Τα άλλα ζώα καταλάβαιναν πώς να ψηφίζουν μα το μυαλό τους δεν κατέβαζε καμιά ιδέα. Στις συζητήσεις οι πιο δραστήριοι ήταν ο Χιονάτος και ο Ναπολέων. Παρατηρήθηκε όμως πως οι δυο τους δεν συμφωνούσαν ποτέ. Όποια εισήγηση κι αν έκανε ο ένας, ο άλλος αμέσως έπαιρνε αντίθετη θέση. Ακόμα κι όταν αποφασίστηκε —πράγμα για το οποίο δεν είχε κανείς αντίρρηση— το θέμα να ορίσουν το λιβαδάκι πίσω απ' το περιβόλι ως τόπο που θα αναπαύονταν τ' απόμαχα ζώα, σηκώθηκε θυελλώδης αντιγνωμία γύρω από το σωστό όριο ηλικίας κάθε ζώου. Η Συγκέντρωση τέλειωνε πάντα με τα «Ζώα της Αγγλίας», και το απόγευμα ήταν αφιερωμένο στην ψυχαγωγία.
Τα γουρούνια είχαν μετατρέψει το καμαράκι με τις σαγές σε αρχηγείο τους. Εκεί μέσα κάθε βράδυ μελετούσαν σιδηρουργία, ξυλουργική κι άλλες τέχνες από βιβλία που είχαν πάρει από το σπίτι. Εξάλλου ο Χιονάτος καταγινόταν να οργανώσει τα άλλα ζώα σε Επιτροπές, όπως τις έλεγε κι ήταν ακαταπόνητος. Συγκρότησε την «Επιτροπή Παραγωγής Αβγών» για τις κότες, το «Σύνδεσμο των Καθαρών Ουρών» για τις αγελάδες, την «Αναμορφωτική Επιτροπή Αγρίων Συντρόφων», με σκοπό την εξημέρωση των ποντικών και των λαγών, το «Λαϊκό Κίνημα του Άσπρου Μαλλιού» για τα πρόβατα κι άλλες ακόμη, χώρια από τη σύσταση τμημάτων ανάγνωσης και γραφής. Στο σύνολό τους τα προγράμματα αυτά σημείωσαν αποτυχία. Η προσπάθεια να εξημερωθούν τα άγρια ζώα π.χ., εξανεμίστηκε σχεδόν στη στιγμή. Εκείνα συνέχισαν να συμπεριφέρονται όπως και πριν, και στην περίπτωση που η μεταχείριση που τους γινόταν είχε κάτι το μεγαλόψυχο, αυτά απλώς την εκμεταλλεύονταν. Η γάτα έγινε μέλος της Αναμορφωτικής Επιτροπής και για μερικές μέρες δείχτηκε πολύ δραστήρια. Μια μέρα την είδαν ανεβασμένη σε μια στέγη να κουβεντιάζει με κάτι σπουργίτια που στέκονταν σε κάποια απόσταση απ' αυτήν. Τους έλεγε πως τώρα πια όλα τα ζώα είχαν γίνει ένα, και πως όποιο σπουργίτι ήθελε να το διαπιστώσει, δεν είχε παρά να πάει να κουρνιάσει στα πόδια της. Τα σπουργίτια όμως μείνανε στη θέση τους.
Τα τμήματα ανάγνωσης και γραφής αποδείχτηκαν πολύ πετυχημένα. Το φθινόπωρο, κάθε ζώο σχεδόν είχε πάρει κάποια μόρφωση.
Όσο για τα γουρούνια, μπορούσαν πια να διαβάζουν σε ικανοποιητικό βαθμό, αλλά το μόνο που ήθελαν να διαβάζουν ήταν οι Εφτά Εντολές. Η Μύριελ, η κατσίκα, μπορούσε να διαβάσει κάπως καλύτερα από τα σκυλιά και καμιά φορά τα βράδια διάβαζε και στους άλλους αποκόμματα εφημερίδων που έβρισκε στο σωρό με τα σκουπίδια. Ο Βενιαμίν διάβαζε καλά σαν τα γουρούνια αλλά δεν εκμεταλλευόταν την ικανότητά του αυτή. Έλεγε πως, απ' όσο ήξερε, δεν υπήρχε τίποτα το αξιόλογο για διάβασμα. Η Κλόβερ έμαθε ολόκληρο το αλφάβητο αλλά δεν κατάφερνε να διαβάσει. Ο Μπόξερ δεν προχώρησε πέρα από το Δ. Σκάλιζε στο χώμα με την ποδάρά του το Α, το Β, το Γ και το Δ, και μετά στεκόταν να τα θωρεί με τ' αφτιά ριγμένα πίσω —καμιά φορά τίναζε και το τσουλούφι του— βάζοντας τα δυνατά του να θυμηθεί ποιο γράμμα είχε σειρά, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Πότε πότε μάθαινε και το Ε, το Ζ, Η και Θ, μα ώσπου να τα μάθει είχε λησμονήσει το Α, Β, Γ, Δ. Τελικά αποφάσισε να συμβιβαστεί με τα τέσσερα πρώτα γράμματα τα οποία έγραφε μια δυο φορές κάθε μέρα για να φρεσκάρει το μνημονικό του. Η Μόλη Δε δέχτηκε να μάθει παρά τα τέσσερα γράμματα που είχε το όνομά της. Τα σχεδίαζε γουστόζικα με βλασταράκια, τα στόλιζε μετά με λουλούδια κι έκανε γύρω γύρω βόλτες όλο θαυμασμό.
Από τα υπόλοιπα ζώα της φάρμας κανένα δεν πήγε πιο πέρα από το Α. Εξάλλου, τα πιο κουτά, τα πρόβατα, οι κότες, τα παπιά, στάθηκε αδύνατο να αποστηθίσουν και τις Εφτά Εντολές. Έπειτα από βαθιά σκέψη ο Χιονάτος ανακοίνωσε πως οι Εφτά Εντολές θα περιορίζονταν σ' ένα απλό ρητό, δηλαδή: «Τα τετράποδα είναι καλά, τα δίποδα είναι κακά». Όπως είπε, μέσα σ' αυτό περιεχόταν η βασική αρχή του Ανιμαλισμού, κι όποιος το έβαζε καλά μέσα του θα ήταν απρόσβλητος στις ανθρώπινες επιδράσεις. Στην αρχή τα πουλιά διατύπωσαν αντιρρήσεις επειδή και κείνα είχαν δυο πόδια, αλλά ο Χιονάτος τα καθησύχασε πως το θέμα δεν ήταν τέτοιο. — Οι φτερούγες των πουλιών, σύντροφοι, τους είπε, είναι όργανα που χρησιμεύουν στο πέταγμα, δεν είναι όργανα που κάνουν δουλειές. Πρέπει, λοιπόν, να τα θεωρείται σαν πόδια. Τα όργανα που κάνουν τον Άνθρωπο να ξεχωρίζει, είναι τα χέρια. Με τα χέρια κάνει όλο το κακό.
Τα πουλιά δεν πολυκατάλαβαν τα λόγια του Χιονάτου, αλλά δέχτηκαν την ερμηνεία του. Όλα τα ζώα, ακόμη και τα ταπεινότερα, στρώθηκαν να αποστηθίσουν το καινούργιο ρητό. «Τα τετράποδα είναι καλά, τα δίποδα είναι κακά», το οποίο γράφτηκε στον τελευταίο τοίχο της σιταποθήκης, πάνω από τις Εφτά Εντολές και με πιο μεγάλα γράμματα. Τα πρόβατα, από τη στιγμή που έμαθαν το ρητό απέξω, το αγάπησαν τόσο πολύ που κάθε φορά που έβοσκαν στο λιβάδι άρχιζαν όλα μαζί να το βελάζουν: «Τα τετράποδα είναι καλά, τα δίποδα είναι κακά, τα τετράποδα είναι καλά, τα δίποδα είναι κακά!» Αυτό κρατούσε ώρες κι ούτε που τα κούραζε καθόλου. Ο Ναπολέων δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για τις επιτροπές του Χιονάτου. Υποστήριζε πως η αγωγή των νέων ήταν πολύ πιο σπουδαίο ζήτημα απ' οτιδήποτε άλλο που θα προορίζονταν για τους ηλικιωμένους. Τότε γέννησαν μαζί, η Τζέσι και η Μπλούμπελ εννιά γερά κουταβάκια. Μόλις τ' απόκοψαν οι μανάδες τους, ο Ναπολέων τα παρέλαβε λέγοντας πως θα αναλάμβανε εκείνος την ευθύνη της ανατροφής τους. Τ' ανέβασε σ' ένα πατάρι απ' όπου μόνο με σκάλα μπορούσες να φτάσεις απ' τη μεριά του δωματίου με τις σαγές. Εκεί πέρα τα κρατούσε σε τέτοια απομόνωση που έπειτ' από λίγο όλη η φάρμα είχε ξεχάσει πως υπήρχαν. Το μυστήριο τι γινόταν το γάλα που εξαφανιζόταν, λύθηκε γρήγορα: κάθε μέρα τα γουρούνια το ανακάτευαν με τα πίτουρά τους. Τα πρώιμα μήλα άρχισαν να ωριμάζουν και να πέφτουν απ' τα δέντρα γεμίζοντας τον τόπο. Τα ζώα είχαν με το δίκιό τους υπολογίσει πως θα τα μοιράζονταν όλα εξίσου, ώσπου μια μέρα βγήκε διαταγή πως τα φρούτα που έπεφταν από τα δέντρα έπρεπε να συλλεχτούν στο καμαράκι με τις σαγές για χρήση των γουρουνιών. Στο άκουσμα αυτό, μερικά από τ' άλλα ζώα άρχισαν να μουρμουρίζουν , αλλά Δε βγήκε τίποτα. Στο θέμα αυτό όλα τα γουρούνια ήταν σύμφωνα, ως και ο Ναπολέων με το Χιονάτο. Έστειλαν τότε το Στριγκλή να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις. — Σύντροφοι, σήκωσε τη φωνή, υποθέτω πως Δε φαντάζεστε πως εμείς τα γουρούνια το κάνουμε αυτό από πνεύμα εγωισμού ή για λόγους προνομίων. Πολλοί από μας σιχαίνονται και το γάλα και τα μήλα. Ακόμη και εγώ ο ίδιος. Ο μόνος λόγος που τα μαζεύουμε είναι γιατί πρέπει να κοιτάξουμε την υγεία μας. Τόσο το γάλα όσο και τα μήλα —όπως έχει αποδειχτεί κι επιστημονικά, σύντροφοι— περιέχουν συστατικά απολύτως αναγκαία για την καλή κατάσταση ενός γουρουνιού. Εμείς τα γουρούνια κάνουμε διανοητική εργασία. Όλη η διοίκηση και οργάνωση τούτης εδώ της φάρμας εξαρτάται από μας. Μέρα νύχτα φροντίζουμε για σας. Τούτο το γάλα το πίνουμε για το δικό σας καλό, και για τον ίδιο λόγο τρώμε αυτά τα μήλα. Μπορείτε να βάλετε με το μυαλό σας τι θα γινόταν αν εμείς τα γουρούνια παραμελούσαμε το καθήκον μας; Ο Τζόουνς θα γύριζε πίσω! Ναι, ο Τζόουνς θα γύριζε πίσω! Είναι σίγουρο, σύντροφοι, ξεφώνισε ο Στριγκλής πηδώντας απ' τη μια μεριά στην άλλη και κουνώντας την ουρίτσα του, είναι σίγουρο πως ανάμεσα σας δε βρίσκεται κανείς που θέλει να δει τον Τζόουνς να γυρίζει πίσω.
Αν υπήρχε κάτι για το οποίο τα ζώα ήταν πέρα για πέρα σύμφωνα, ήταν πως δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να βλέπουν τον Τζόουνς να ξαναγυρίζει. Από τη στιγμή που τους τέθηκε το πρόβλημα με τον τρόπο αυτό, δεν είχαν να προσέξουν τίποτα παραπάνω. Η αναγκαιότητα να διαφυλαχτεί η καλή υγεία των γουρουνιών ήταν πέρα από κάθε συζήτηση. Χωρίς άλλες συζητήσεις έγινε δεκτό πως το γάλα και τα μήλα που έπεφταν —καθώς και η κανονική συγκομιδή των μήλων όταν θα ωρίμαζαν— έπρεπε να κρατηθούν για τα γουρούνια.
[πηγή: Τζώρτζ Όργουελ, Η φάρμα των ζώων, μτφ. Κυριάκος Ντελόπουλος, Γράμματα, Αθήνα 1982]
(αποσπάσματα)Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Ρουσσώ Ζαν-Ζακ · Κοινωνικό Συμβόλαιο
Ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος, κι ωστόσο παντού βρίσκεται αλυσοδεμένος. Κι όποιος πιστεύει πως είναι κύριος των άλλων, δεν είναι λιγότερο δούλος. Πώς συνέβη αυτή η μεταβολή; Δεν γνωρίζω. Τι είναι αυτό που την καθιστά νόμιμη; Πιστεύω πωςμπορώ σε αυτό να απαντήσω. Αν δεν λογάριαζα παρά μόνο τηνισχύ και τα αποτελέσματα της, θα έλεγα: όσο ένα λαός υπακούεικαι δεν αντιδρά, καλώς πράττει. Αλλά μόλις βρει την δύναμη να αποτινάξει το ζυγό και το πραγματοποιεί, τότε ακόμη καλύτερα πράττει. Διότι ανακτώντας την ελευθερία του με τη χρήση του ίδιου δικαιώματος με το οποίο του την αφαίρεσαν, είτε ο λαός είχετο δικαίωμα να την ανακτήσει, είτε όσοι του την αφαίρεσαν, δεν είχαν το δικαίωμα να του την αφαιρέσουν.
Ο σφετεριστής της εξουσίας είναι αφέντης μόνο για όσο διάστημαείναι ισχυρότερος και μόλις γίνει δυνατό να εκδιωχθεί δεν μπορείνα διαμαρτυρηθεί για τη βία. Η εξέγερση είναι το ίδιο νόμιμη. Η βίακαι μόνο τον στήριζε, η βία και μόνο τον ανατρέπει.Ο πρώτος άνθρωπος, που έχοντας περιφράξει ένα κομμάτι γηςσκέφτηκε να πει «αυτό είναι δικό μου» και βρήκε ανθρώπους αρκετά αφελείς ώστε να τον πιστέψουν υπήρξε ο πραγματικός ιδρυτής της κοινωνίας των πολιτών. Από πόσα εγκλήματα, πολέμους, φόνους, από πόσες αθλιότητες και αίσχη θα είχε απαλλάξει το ανθρώπινο γένος εκείνος που, ξεριζώνοντας τουςπασσάλους ή σκεπάζοντας το χαντάκι θα φώναζε στους συνανθρώπους του: «Μην ακούτε αυτόν τον αγύρτη. Χαθήκατε, ανξεχάσατε πως οι καρποί ανήκουν σε όλους και η γη δεν ανήκει σε κανέναν»!
Οι πλούσιοι από τη δική τους πλευρά, ευθύς μόλις γνώρισαν τηνευχαρίστηση της κυριαρχίας, περιφρόνησαν αμέσως όλους τουςάλλους και χρησιμοποιώντας τους παλιούς δούλους για ναυποτάξουν νέους, δεν σκέφτηκαν παρά να κατακτήσουν και ναυποδουλώσουν τους γείτονές τους, ίδιοι με τους πεινασμένους λύκους, που έχοντας δοκιμάσει ανθρώπινη σάρκα, αποφεύγουν κάθε άλλη τροφή και δεν θέλουν παρά να καταβροχθίζουνανθρώπους.
Ο ισχυρότερος δεν είναι ποτέ τόσο δυνατός ώστε να μείνει γιαπάντα κυρίαρχος, αν δεν μετατρέψει τη ισχύ του σε δίκαιο και τηνυπακοή σε καθήκον.Ο Αριστοτέλης είχε αναφέρει πως οι άνθρωποι δεν είναι καθόλουαπό την φύση τους ίσοι, ότι άλλοι γεννιούνται για να γίνουν δούλοικαι άλλοι αφέντες. Ο Αριστοτέλης είχε δίκιο ωστόσο είχε εκλάβειτο αποτέλεσμα ως αίτιο. Όποιος έχει γεννηθεί στη σκλαβιά,γεννιέται για την σκλαβιά, αναμφισβήτητα. Οι σκλάβοι χάνουν ταπάντα μες στις αλυσίδες τους, ακόμη και την επιθυμία να τιςαποτινάξουν. Αγαπούν την υποδούλωσή τους όπως οι σύντροφοιτου Οδυσσέα λάτρευαν την κτηνωδία τους. Αν λοιπόν υπάρχουνφύσει δούλοι, είναι γιατί υπήρξαν δούλοι παρά φύσιν. Ο καταναγκασμός έφτιαξε τους πρώτους δούλους, η δειλία τους διαιώνισε.
Όπως πριν από την ανέγερση ενός μεγάλου οικοδομήματος οαρχιτέκτονας παρατηρεί και δοκιμάζει το έδαφος για να δει ναμπορεί να αντέξει το βάρος, ο σοφός νομοθέτης δεν συντάσσεινόμους αυτόματα καλούς αλλά πρώτα πρέπει να εξετάσει αν ολαός για τον οποίο προορίζονται μπορεί να τους δεχτεί. Γι αυτότον λόγο ο Πλάτωνας αρνήθηκε να δώσει νόμους στου Αρκάδεςκαι τους Κυρηναίους, επειδή γνώριζε πως οι λαοί αυτοί ήτανπλούσιοι και δεν μπορούσαν να δεχτούν την ισονομία. Γι’ αυτό καιέβλεπε κανείς στην Κρήτη, καλούν νόμους και κακούς ανθρώπους,γιατί ο Μίνωας πειθάρχησε έναν λαό γεμάτο πάθη.Οι φορείς της εκτελεστικής εξουσίας δεν είναι αφέντες του λαού,μα υπάλληλοί του. Ο λαός πρέπει να μπορεί να τους διορίζει και να τους απολύει όποτε θέλει. Δεν υπάρχει θέμα να συμβληθούν με το λαό, πρέπει να τον υπακούουν.
{επιλεγμένα αποσπάσματα)Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Σοφοκλής · Αντιγόνη
ΧΟΡΟΣ
Την ευτυχία ο νους την φτιάχνει.
Ο νους κι η ταπεινοφροσύνη.
Μεγάλα λόγια, αγιάτρευτες πληγές.
Κι όποιος νομίζει πως μπορεί
κάτι να κερδίσει απ' την αλαζονεία,
μακάρι να προλάβει ν' ασπρίσουν τα μαλλιά του
και να μάθει πως δεν υπάρχει
βαθύτερος γκρεμός
απ' την ανθρώπινη ανοησία!
<hr>
(Χορός στ. 781-805)
Έρωτα ανίκητε στη μάχη
Έρως ανίκατε μάχαν,
Έρωτα, εσύ που κυριαρχείς όπου κι αν πατήσεις,
Έρως, ός εν κτήμασι πίπτεις
Εσύ που ξενυχτάς τα κορίτσια με τα τρυφερά μάγουλα,
ός εν μαλακαίς παρειαίς νεάνιδος εννυχεύεις,
Που δρασκελάς πάνω από θάλασσες και τρυπώνεις στους κήπους,
φοιτάς δ' υπερπόντιος εν τ” αγρονόμοις αυλαίς·
Κανείς δε γλυτώνει από σένα, μήτε Θεός μήτε θνητός.
καί σ' ούτ' αθανάτων φύξιμος ουδείς ούθ” αμερίων σέ γ” ανθρώπων.
Όποιον αγγίξεις, τον παλαβώνεις.
Ο δ' έχων μέμηνεν.
Εσύ, άνθρωπο φρόνιμο εξωθείς στο άδικο και στο χαμό,
Σύ καί δικαίων αδίκους φρένας παρασπάς επί λώβα,
Εσύ που ανάβεις ταραχή κι αμάχη ανάμεσα σε γιο και πατέρα,
σύ καί τόδε νείκος ανδρών ξύναιμον έχεις ταράξας·
Πόθος και λαχτάρα νικά για τη γλυκομάτα νύφη,
νικά δ' εναργής βλεφάρων ίμερος ευλέκτρου νύμφας
Κόντρα σ’ όλους τους μεγάλους νόμους.
τών μεγάλων πάρεδρος εν αρχαίς θεσμών.
Σαν ατάραχος Θεός τους περιγελάς, ω Αφροδίτη!
“Αμαχος γάρ εμπαίζει Θεός, Αφροδίτα.
Ήδη τώρα κι εγώ παρανομώ που δε μπορώ να κρατήσω τα δάκρυα βλέποντας τη δύστυχη Αντιγόνη να τη σέρνουν άκαιρα στον τάφο που μέσα του μια μέρα όλοι θα μπούμε....
Νυν δ' ήδη 'γώ κ’αυτός θεσμών έξω φέρομαι τά δ' ορών ίσχειν δ' ουκέτι πηγάς
δύναμαι δάκρυ τόν παγκοίτην όθ” ορώ θάλαμον την δ” Αντιγόνην ανύτουσαν.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ (στον Κρέοντα)
Ναι, γιατί δεν ήταν
ό Δίας, που μου τα 'χε αυτά κήρυξη,
ούτε η συγκάτοικη με τους θεούς
του Κάτω κόσμου, η Δίκη, αυτούς τους νόμους
μες στους ανθρώπους όρισαν. Και μήτε
πίστευα τόση δύναμη πως νάχουν
τα δικά σου κηρύγματα, ώστ' ενώ είσαι
θνητός να μπορής των θεών τους νόμους
τους άγραφτους κι ασάλευτους να βιάζης.
Γιατί όχι σήμερα και χτες, μα αιώνια
ζουν αυτοί, και κανείς δεν το γνωρίζει
από πότε φανήκανε. Κι εγώ
ποτέ δε θα μπορούσα να τρομάξω
θέλημ' ανθρώπου κανενός και δώσω
στους θεούς δίκη, παραβαίνοντας τους.
Πως θα πεθάνω τόξερα. Πώς όχι ;
και δίχως, τα κηρύγματά σου εσένα.
Κι αν θα πεθάνω πριν της ώρας μου,
κέρδος εγώ το λέω αυτό, γιατ' όποιος
ζη μες σε τόση όση εγώ δυστυχία,
πώς να μην του είναι ο θάνατος του κέρδος ;
έτσι κι εγώ τίποτα δεν τον έχω
τον πόνο του θανάτου αυτού. Μα αν ήταν
και το ανεχόμουν άταφος να μείνη
της μητέρας μου ο γυιος στο θάνατο του,
αυτό θα μου ήταν πόνος. Γι' αυτά τ' άλλα
καθόλου δεν πονώ. Κι αν τώρα εσύ
για άμυαλη με περνάς γι' αυτά πού κάνω,
ο άμυαλος ίσως γι' άμυαλη με παίρνει.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ (μονόλογος)
Ω τάφε μου, ω νυφιάτικό μου, ω αιώνια,
βαθιά στη γη σκαμμένη κατοικία μου,
για σένα τώρα ξεκινώ να πάω
προς τους δικούς μου, που ένα τόσο πλήθος
έχει δεχτή απ' αυτούς η Περσεφόνη.
Στερνή τους τώρα εγώ και πολύ πιο άθλια
πριν νάρθη ακόμα η ώρα μου πηγαίνω.
Μα όταν θα φτάσω βέβαιη θρέφω ελπίδα
να με δεχτή ο πατέρας μου με αγάπη,
με αγάπη και συ, μάννα μου, με αγάπη,
και συ, αδερφέ μου πολυλατρεμένε.
Γιατί νεκρούς μ' αυτά μου εγώ τα χέρια
σας έλουσα, σας στόλισα και μ' όλα
τα νεκρικά σας τίμησα τα δώρα.
Και τώρα, για να θάψω, Πολυνείκη,
το δικό σου κορμί, τέτοια παθαίνω.
Κι όμως δίκαια σε τίμησα, όπως κρίνουν
όσοι έχουν γνώση, γιατί εγώ ποτέ μου
μήτε παιδιών αν ήμουνα μητέρα,
μήτ' αν νεκρός ο άντρας μου εσεπόνταν,
δε θάπαιρνα πάνω μου τέτοιο αγώνα
ενάντια στην απόφαση της χώρας.
Και χάρη σε ποιο νόμο αυτό που λέω ;
Ο άντρας αν μου πεθάνη, θα μπορούσα
κι άλλον να πάρω, και παιδί να κάμω
απ' άλλον άντρα, αν θάχανα το πρώτο.
Μα μια που μόχουν μάννα και πατέρας
Στον Άδη κατεβή, δεν είναι τρόπος
ποτέ να γεννηθή αδερφός για μένα.
Κι ενώ μ' αυτό το νόμο πάνω απ' όλους
σ' έβαλα εγώ, μυριάκριβε αδερφέ μου,
έγκλημα ο Κρέοντας έκρινε και τόλμη
ανήκουστη την πράξη αυτή, και τώρα
με παίρνει έτσι απ' τα χέρια και με σέρνει
πριν τις χαρές του υμέναιου να γνωρίσω,
πρι 'δω άντρα πλάι μου, πριν παιδιά αναστήσω,
μα έτσι παρατημένη από τους φίλους,
ζωντανή κατεβαίνω η μαυρομοίρα
στων πεθαμένων τα λημέρια, ενώ
ποιο νόμο των Θεών έχω πατήση ;
και γιατί πρέπει πια η δυστυχισμένη
ελπίζω .στους θεούς ; ποιο σύμμαχό μου
να κράξω, όταν με την ευσέβειά μου
της ασεβείας την καταδίκη βρήκα ;
Μ' αν περνούν στους θεούς αυτά για δίκια
πεθαίνοντας θα ομολογούσα τότε
πως ένοχη πεθαίνω, αν όμως οι άλλοι
έχουν την αμαρτία, είθ' ας μην πάθουν
πιο πολλ' απ' όσα έτσι άδικα μου κάνουν.
ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΣΤΙΧΟΙ
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Ας έρθη, ω ας έρθη,
ας φανή η πιο καλύτερη μοίρα μου εμένα
στο στερνό να με φέρη
της ζωής μου το τέρμα·
ω ας έρθη, ω ας έρθη,
να μη ξαναδώ πια άλλη μέρα.
ΧΟΡΟΣ
Αυτά μελλούμενα είναι· τωρ' ανάγκη
κάτι να γίνη για όσα έχομε μπρος μας·
για τ' άλλα έχουν την έγνοια τους εκείνοι
που πρέπει να την έχουν.
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Μα εγώ εκείνα
ευχήθηκα που λαχταρά η καρδιά μου.
ΧΟΡΟΣ
Καμιάν ευχή μην κάνης και δεν είναι
στο χέρι των ανθρώπων ν' αποφύγουν
τη συφορά που η μοίρα των τους γράφει.
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Πάρετε τον αχρείαστον
εμένα, πάρετ' απ' εδώ,
εμένα, που και σε, παιδί μου,
χωρίς να θέλω σκότωσα
και σένα τη δυστυχισμένη·
σε ποιο να στρέψω από τους δυο
να βρω αποκούμπι; πάνε μου όλα,
που τέτοια πάνω στο κεφάλι μου
ασήκωτη πήδησε μοίρα.
ΧΟΡΟΣ
Και πολύ πιο πάνω απ' όλα η φρόνηση
είναι της ευδαιμονίας το πρώτο,
και στα θεία δεν πρέπει ν' ασεβή κανείς.
Τα μεγάλα τους τα λόγια οι ξυπασμένοι
με μεγάλα τα πλερώνουνε χτυπήματα
για να βάλουν στα γεράματά τους γνώση.
Αποσπάσματα απο:
Οι τραγωδίες του Σοφοκλέους.
Μτφρ. Ι.Ν. Γρυπάρης. χ.χ.
Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας.
Η Παρισινή Κομμούνα και η ιδέα του ΚράτουςΔιάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Μπακούνιν
(Απόσπασμα)
Ο δρόμος που οδηγεί απ’ τη συγκεκριμένη πραγματικότητα στη θεωρία κι αντίστροφα, είναι η επιστημονική μέθοδος κι αποτελεί τον πραγματικό δρόμο. Στον πρακτικό κόσμο είναι η κίνηση της κοινωνίας προς οργανωτικές μορφές που θα καθρεφτίζουν την ίδια τη ζωή σ’ όλες τις πτυχές και την πολυπλοκότητά της, σ’ όσο το δυνατόν μεγαλύτερη έκταση. Τέτοιος είναι ο δρόμος των ανθρώπων για την πλήρη απελευθέρωση, που θα είναι προσιτή σ’ όλους, ο δρόμος της αναρχικής κοινωνικής επανάστασης, που θα προέλθει από τους ίδιους τους ανθρώπους, μια στοιχειώδης δύναμη, που θα εξαλείψει όλα τα εμπόδια. Αργότερα, θα ξεπροβάλλουν αυθόρμητα απ’ τα βάθη της λαϊκής ψυχής οι νέες δημιουργικές μορφές της κοινωνικής ζωής. Ο δρόμος των κυρίων μεταφυσικών είναι εντελώς διαφορετικός.
Μεταφυσικός είναι ο όρος που χρησιμοποιούμε για τους οπαδούς του Χέγκελ και τους θετικιστές και γενικά για όλους εκείνους που λατρεύουν την επιστήμη σα θεό, όλους εκείνους τους σύγχρονους θαυμαστές του Προκρούστη, οι οποίοι, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, έχουν δημιουργήσει ένα ιδανικό πρότυπο κοινωνικής οργάνωσης, ένα στενό κελί, μέσα στο οποίο επιθυμούν να σπρώξουν τις μελλοντικές γενιές, όλους εκείνους, που αντί να δουν την επιστήμη σαν μια μόνο από τις βασικές εκδηλώσεις της φυσικής και κοινωνικής ζωής, επιμένουν πως όλη η ζωή κλείνεται στις αναγκαστικά πειραματικές επιστημονικές θεωρίες τους. Οι μεταφυσικοί και οι θετικιστές, όλοι αυτοί οι κύριοι που θεωρούν σαν αποστολή τους να επιβάλλουν αυταρχικά τους νόμους της ζωής στ’ όνομα της επιστήμης, είναι συνειδητά ή ασυνείδητα αντιδραστικοί. Αυτό είναι πολύ εύκολο ν’ αποδειχθεί.
Η επιστήμη με την πραγματική έννοια αυτής της λέξης, η πραγματική επιστήμη, είναι σήμερα προσιτή σε μια ασήμαντη μόνο μειονότητα. Για παράδειγμα, ανάμεσά μας στη Ρωσία πόσοι διακεκριμένοι επιστήμονες υπάρχουν σ’ ένα πληθυσμό 8 εκατομμυρίων; Πιθανόν χίλιοι να απασχολούνται σε επιστημονικούς τομείς, άλλα όχι περισσότεροι από λίγες εκατοντάδες μπορούν να θεωρηθούν πρώτης κλάσεως, σοβαροί επιστήμονες. «Αν η επιστήμη έπρεπε να υπαγορεύει τους νόμους, η συντριπτική πλειοψηφία, πολλά εκατομμύρια ατόμων, θα κυβερνούνταν από 100 ή 200 ειδικούς. Στην πραγματικότητα, θα ήταν ακόμα λιγότεροι από τον υπολογισμό αυτό, γιατί όλοι οι επιστημονικοί κλάδοι δεν ασχολούνται με την διοίκηση της κοινωνίας. Αυτό θα ήταν το καθήκον της κοινωνιολογίας — της επιστήμης των επιστημών — που προϋποθέτει, στην περίπτωση ενός καλά εκπαιδευμένου κοινωνιολόγου, ότι αυτός έχει επαρκή γνώση όλων των άλλων επιστημών. Πόσοι τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν στη Ρωσία ή σ’ ολόκληρη την Ευρώπη; Είκοσι ή τριάντα; Κι αυτοί οι είκοσι ή τριάντα θα κυβερνούσαν τον κόσμο; Μπορεί κανείς να φανταστεί έναν πιο παράλογο κι άθλιο δεσποτισμό;
Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι είκοσι ή τριάντα αυτοί ειδικοί θα μάλωναν μεταξύ τους κι αν συμφωνούσαν πάνω σε μια γραμμή κοινής πολιτικής αυτό θα γινόταν σε βάρος του ανθρώπινου γένους. Το βασικό μειονέκτημα του μέσου ειδικού είναι η τάση του να μεγαλοποιεί τη δική του γνώση και να υποτιμά τη γνώση οποιουδήποτε άλλου. Δώστε του την εξουσία ελέγχου και θα γίνει ένας αφόρητος τύραννος. Τι κρίμα θα ήταν να είναι η ανθρωπότητα σκλάβα τυποποιημένων ειδικών! Δώστε τους απόλυτη εξουσία και θ’ αρχίσουν να εφαρμόζουν πάνω σ’ ανθρώπινα όντα τα ίδια πειράματα, που οι επιστήμονες κάνουν σήμερα σε κουνέλια και σε σκύλους.
Πρέπει να σεβόμαστε τους επιστήμονες για τα χαρίσματα και τα επιτεύγματά τους, αλλά για να προλάβουμε να μη διαφθαρεί το υψηλό τους ηθικό και διανοητικό επίπεδο, δεν πρέπει να τους παραχωρηθούν ειδικά προνόμια και δικαιώματα διαφορετικά από κείνα που κατέχει ο καθένας — για παράδειγμα, η ελευθερία να εκφράζουν τις πεποιθήσεις, τη σκέψη και τη γνώση τους — ούτε. σ’ αυτούς, ούτε σε καμιά άλλη ειδική ομάδα πρέπει να δοθεί εξουσία πάνω σ’ άλλους. Εκείνος που του έχει δοθεί η εξουσία θα γίνει αναπόφευκτα ένας καταπιεστής και εκμεταλλευτής της κοινωνίας. Αλλά μας έχουν πει: «Η επιστήμη δεν θ’ αποτελεί για πάντα το προνόμιο λίγων, θα έρθει ο καιρός που θα είναι προσιτή σ’ όλους». Μια τέτοια εποχή είναι ακόμα πολύ μακρινή και θα υπάρξουν πολλές κοινωνικές αναταραχές προτού γίνει αληθινό αυτό τ’ όνειρο, αλλά και τότε ακόμα ποιος θα ήθελε να εμπιστευτεί τη μοίρα του στα χέρια των ιερέων της επιστήμης; Νομίζουμε ότι όποιος πιστεύει, πως μετά από μια κοινωνική επανάσταση όλοι θα είναι εξίσου μορφωμένοι, κάνει μεγάλο λάθος. Τότε, όπως και τώρα, η επιστήμη θα παραμείνει ένας απ’ τους πολλούς ειδικευμένους τομείς, μόνο που θα πάψει να είναι προσιτή σε λίγα απλώς μέλη της προνομιούχας τάξης. Με την εξάλειψη των ταξικών διακρίσεων, η εκπαίδευση θα είναι προσιτή σ’ όλους εκείνους που θα έχουν την ικανότητα και την επιθυμία να την επιδιώξουν, αλλά όχι όμως σε βάρος της χειρωνακτικής εργασίας, πού θα είναι υποχρεωτική για όλους.
Στη διάθεση όλων θα υπάρχει μια γενική επιστημονική εκπαίδευση, ιδιαίτερα η εκμάθηση της επιστημονικής μεθόδου, η συνήθεια της σωστής σκέψης, η ικανότητα γενίκευσης από τ’ ατομικά δεδομένα και η ικανότητα να κάνει κανείς περισσότερο ή λιγότερο σωστές, λογικές αφαιρέσεις. Αλλά εγκυκλοπαιδικά πνεύματα. και προχωρημένοι κοινωνιολόγοι θα υπάρχουν πολλοί λίγοι, θα ήταν λυπηρό για το ανθρώπινο γένος, αν σε κάθε στιγμή η θεωρητική σκέψη γινόταν η μοναδική πηγή καθοδήγησης της κοινωνίας, αν μόνη η επιστήμη διαχειριζόταν όλη τη κοινωνική διοίκηση. Η ζωή θα έσβηνε και η ανθρώπινη κοινωνία θα μετατρεπόταν σε μια βουβή και δουλική αγέλη. Η κυριαρχία της επιστήμης πάνω στη ζωή δεν μπορεί να έχει άλλο αποτέλεσμα παρά μόνο την αποκτήνωση του ανθρώπινου γένους. Εμείς οι αναρχικοί επαναστάτες είμαστε οπαδοί της εκπαίδευσης για όλο το λαό, της απελευθέρωσης και της μεγαλύτερης δυνατής επέκτασης της κοινωνικής ζωής. Επομένως, είμαστε εχθροί του Κράτους και κάθε μορφής Κρατισμού. Σε αντίθεση με τους μεταφυσικούς, τους θετικιστές κι όλους εκείνους πού λατρεύουν την επιστήμη, διακηρύσσουμε ότι η φυσική και η κοινωνική ζωή προηγούνται πάντοτε απ’ τη θεωρία, η οποία είναι μόνο μια από τις εκδηλώσεις της ζωής άλλα ποτέ ο δημιουργός της. Έξω απ’ τα ανεξάντλητα βάθη της η κοινωνία αναπτύσσεται μέσα από μια σειρά γεγονότα, όχι όμως με μόνη τη σκέψη. Η θεωρία γεννιέται πάντοτε απ’ τη ζωή, άλλα ποτέ δεν τη δημιουργεί» σαν τους ανεμοδείχτες και τις πινακίδες των δρόμων δεν δείχνει παρά μόνο την κατεύθυνση και τα διάφορα στάδια της ανεξάρτητης και μοναδικής εξέλιξης της ζωής. Σύμφωνα μ’ αυτή την αντίληψη, ούτε σκοπεύουμε ούτε επιθυμούμε να επιβάλλουμε πάνω μας ή πάνω σ’ άλλους ανθρώπους κανένα σχέδιο κοινωνικής οργάνωσης, που είναι παρμένο από βιβλία ή έχει κατασκευαστεί από μας. Έχουμε πειστεί ότι οι λαϊκές μάζες φέρνουν μέσα τους, μέσα στα ένστικτά τους (που έχουν αναπτυχθεί περισσότερα ή λιγότερο απ’ την ιστορική πορεία), στις καθημερινές τους ανάγκες και στις συνειδητές ή ασυνείδητες φιλοδοξίες τους, όλα τα στοιχεία της μελλοντικής κοινωνικής οργάνωσης. Αναζητούμε αυτό το ιδανικό μέσα στους ίδιους τους ανθρώπους. Κάθε Κρατική εξουσία, κάθε Κυβέρνηση απ’ την ίδια της τη φύση, τοποθετείται έξω και πάνω απ’ τους ανθρώπους και τους υποτάσσει αναπόφευκτα σε μια οργάνωση και σε σκοπούς που είναι ξένοι και αντίθετοι στις πραγματικές ανάγκες και φιλοδοξίες των ανθρώπων. Διακηρύσσουμε ότι είμαστε εχθροί κάθε Κυβέρνησης και κάθε Κρατικής εξουσίας και Κυβερνητικής οργάνωσης γενικά. Νομίζουμε ότι οι άνθρωποι θα μπορούν να είναι ελεύθεροι και ευτυχισμένοι μόνον όταν οργανωθούν απ’ τη βάση προς τα πάνω σ’ εντελώς ελεύθερες και ανεξάρτητες ενώσεις χωρίς τον Κυβερνητικό Πατερναλισμό, αν κι όχι χωρίς την επίδραση μιας ποικιλίας ελεύθερων ατόμων και κομμάτων. Τέτοιες ιδέες έχουμε, σαν κοινωνικοί επαναστάτες, και γι’ αυτό κατά συνέπεια λεγόμαστε αναρχικοί. Δεν διαμαρτυρόμαστε γι’ αυτό το όνομα, γιατί πραγματικά είμαστε εχθροί κάθε Κυβερνητικής εξουσίας, αφού γνωρίζουμε ότι μια τέτοια εξουσία διαφθείρει εξίσου εκείνους πού φοράνε το θώρακά της, κι αυτούς που εξαναγκάζονται να, υποταχτούν σ’ αυτήν. Κάτω απ’ την καταστρεπτική της επίδραση, οι πρώτοι γίνονται φιλόδοξοι και φανατικοί δεσπότες κι εκμεταλλεύονται τη κοινωνία για χάρη των προσωπικών ή ταξικών τους συμφερόντων, ενώ οι άλλοι γίνονται δούλοι.
Οι κάθε είδους ιδεαλιστές, μεταφυσικοί, θετικιστές, εκείνοι που υποστηρίζουν την κυριαρχία της επιστήμης πάνω στη ζωή κι οι δογματικοί επαναστάτες, υπερασπίζουν όλοι την Κρατική ιδέα και την Κρατική εξουσία με εφάμιλλη αγωνιστικότητα, γιατί βλέπουν σ’ αυτή, σα συνέπεια των συστημάτων τους, τη μοναδική ελπίδα σωτηρίας για την κοινωνία. Εντελώς λογικά, αφού έχουν δεχθεί τη βασική πρόταση (την οποία θεωρούμε εντελώς λαθεμένη) ότι η σκέψη προηγείται της ζωής, ότι η θεωρία βρίσκεται μπροστά από την κοινωνική εμπειρία και, επομένως, ότι η κοινωνική επιστήμη πρέπει ν’ αποτελέσει την αφετηρία για όλες τις κοινωνικές εξεγέρσεις και αναδιαρθρώσεις, καταλήγουν αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι επειδή η σκέψη, η θεωρία κι η επιστήμη βρίσκονται στη διάθεση λίγων, τουλάχιστον στη σημερινή εποχή, θα έπρεπε οι λίγοι αυτοί να είναι ηγέτες της κοινωνικής ζωής, όχι μόνο οι πρωτεργάτες άλλα κι οι ηγέτες όλων των λαϊκών κινημάτων. Αμέσως μετά την επανάσταση η νέα κοινωνική τάξη δεν θα οργανωθεί με την ελεύθερη σύνδεση των λαϊκών οργανώσεων ή ενώσεων, τοπικών και περιφερειακών, απ’ τη δάση προς τα πάνω, σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τα ένστικτα των ανθρώπων, παρά μόνο με τη δικτατορική εξουσία, αυτής της μορφωμένης μειοψηφίας που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί τη λαϊκή θέληση.
Ό μύθος μιας ψευτοαντιπροσωπευτικής Κυβέρνησης χρησιμεύει για ν’ αποκρύψει την κυριαρχία των μαζών από μια προνομιούχα «ελίτ», μια μειοψηφία πού έχει εκλεγεί απ’ τις λαϊκές μάζες, οι όποιες είναι παγιδευμένες και δεν ξέρουν για ποιόν ή γιατί ψηφίζουν. Πάνω σ’ αυτή την τεχνητή κι αφηρημένη έκφραση εκείνου που λαθεμένα φαντάζονται ότι αποτελεί τη λαϊκή θέληση και για την οποία οι πραγματικοί άνθρωποι δεν έχουν την παραμικρή ιδέα, κατασκευάζουν τόσο τη θεωρία του Κρατισμού όσο και τη θεωρία της αποκαλούμενης επαναστατικής δικτατορίας. Οι διαφορές μεταξύ επαναστατικής δικτατορίας και κρατισμού είναι μηδαμινές» κι οι δυο βασικά εκπροσωπούν τον ίδιο κανόνα της κυριαρχίας της μειοψηφίας πάνω στην πλειοψηφία, στ’ όνομα της υποτιθέμενης «ηλιθιότητας» των δεύτερων και της υποτιθέμενης «ευφυΐας» των πρώτων, επομένως είναι κι οι δύο εξίσου αντιδραστικοί, αφού κι οι δύο άμεσα κι αναπόφευκτα πρέπει να διατηρήσουν και να διαιωνίσουν τα πολιτικά και οικονομικά προνόμια της άρχουσας μειοψηφίας και την πολιτική και οικονομική υποδούλωση των λαϊκών μαζών.
Τώρα φαίνεται καθαρά γιατί οι δικτατορικοί επαναστάτες που αποσκοπούν στην ανατροπή των υφιστάμενων δυνάμεων και κοινωνικών δομών, για να στήσουν πάω στα ερείπια τους τις δικές τους δικτατορίες, ποτέ δεν υπήρξαν ή θα γίνουν εχθροί της κυβέρνησης αλλά, αντίθετα, θα παραμείνουν πάντοτε φανατικοί προπαγανδιστές της κυβερνητικής ιδέας. Είναι εχθροί μόνο των σύγχρονων κυβερνήσεων γιατί θέλουν να τις αντικαταστήσουν. Είναι εχθροί της σημερινής κυβερνητικής δομής γιατί αποκλείει τη δυνατότητα για μια δικτατορία τους. Ταυτόχρονα είναι οι πιο αφοσιωμένοι φίλοι της κυβερνητικής εξουσίας» γιατί, αν η επανάσταση κατάστρεφε αυτή την εξουσία, απελευθερώνοντας πραγματικά τις μάζες, θ’ αποστερούσε αυτή τη ψευτοεπαναστατική μειονότητα από κάθε ελπίδα χειραγώγησης των μαζών που θα τις έκανε κληρονόμους της δικής τους κυβερνητικής πολιτικής. Έχουμε ήδη εκφράσει αρκετές φορές τη βαθιά μας αποστροφή για τις θεωρίες του Λασσάλ και του Μαρξ, που συνιστούν στους εργάτες, αν όχι σαν τελικό ιδανικό, τουλάχιστον σαν επόμενο άμεσο στόχο την ίδρυση ενός Λαϊκού Κράτους, το οποίο, σύμφωνα με τη δική τους ερμηνεία, δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά «το προλεταριάτο ανεβασμένο στη θέση της κυβερνητικής τάξης».
Αλλά ας μας επιτραπεί να ρωτήσουμε: αν το προλεταριάτο πρόκειται να είναι η άρχουσα τάξη, ποιόν θα εξουσιάζει; Εν ολίγοις θα διατηρηθεί κάποιο άλλο προλεταριάτο πού θα υποταχθεί σ’ αυτή τη νέα αρχή, σ’ αυτό το νέο κράτος. Για παράδειγμα, οι χωρικοί, πού όπως είναι γνωστό, δεν απολαμβάνουν τη συμπάθεια των Μαρξιστών, οι όποιοι τους θεωρούν ότι αντιπροσωπεύουν ένα χαμηλότερο επίπεδο κουλτούρας, θα κυβερνούνται πιθανόν από το βιομηχανικό προλεταριάτο των πόλεων. Ή αν πρέπει να προσεγγίσουμε αυτό το πρά6λημα από εθνικιστική σκοπιά, οι Σλάβοι θα βρεθούν στην ίδια θέση υποταγής απέναντι στο νικηφόρο Γερμανικό προλεταριάτο, στην οποία το τελευταίο βρίσκεται τώρα, σε σχέση με τη Γερμανική αστική τάξη.
Όσο υπάρχει το Κράτος θα υπάρχει η κυριαρχία μιας τάξης απέ μια άλλη και σαν αποτέλεσμα ή υποδούλωση. Κράτος χωρίς υποδούλωση δεν είναι νοητό και γι’ αυτό το λόγο είμαστε εχθροί του Κράτους.
Τι σημαίνει, ότι το προλεταριάτο θα μεταβληθεί σε άρχουσα τάξη; Είναι δυνατόν ολόκληρο το προλεταριάτο να τεθεί επικεφαλής της Κυβέρνησης; Υπάρχουν σχεδόν σαράντα εκατομμύρια Γερμανοί. Μπορούν και τα σαράντα αυτά εκατομμύρια να γίνουν μέλη της Κυβέρνησης; Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα υπάρχει ούτε Κυβέρνηση ούτε Κράτος, άλλα αν πρέπει να υπάρχει Κράτος θα υπάρχουν αυτοί που κυβερνούν κι εκείνοι που είναι δούλοι.
Η Μαρξιστική θεωρία λύνει πολύ άπλα αυτό το δίλημμα. Λέγοντας Λαϊκή Κυριαρχία εννοούν την κυριαρχία ενός μικρού αριθμού αντιπροσώπων που έχουν εκλεγεί απ’ το λαό. Το γενικό και το ατομικό δικαίωμα να εκλέγει κανείς τους λαϊκούς αντιπροσώπους και τους κυβερνήτες του Κράτους είναι η τελευταία λέξη των μαρξιστών, όπως επίσης και των δημοκρατών. Αυτό αποτελεί ένα ψέμα πίσω απ’ το όποιο κρύβεται ο δεσποτισμός της άρχουσας μειοψηφίας, ένα ψέμα πού γίνεται ολοένα και πιο επικίνδυνο γιατί εμφανίζεται ότι εκφράζει την αποκαλούμενη λαϊκή θέληση. Τελικά απ’ οποία άποψη κι αν εξετάσουμε αυτό το θέμα, καταλήγουμε πάντοτε στο ίδιο λυπηρό συμπέρασμα, την κυριαρχία των μεγάλων λαϊκών μαζών από μια προνομιούχα μειοψηφία. Οι μαρξιστές λένε ότι ή μειοψηφία αυτή θ’ αποτελείται από εργάτες.
Ναι, πιθανόν από πρώην εργάτες, οι οποίοι μόλις γίνουν κυρίαρχοι πάνω στους λαϊκούς αντιπρόσωπους θα πάψουν να είναι εργάτες. και θα κοιτούν τις απλές εργατικές μάζες απ’ τα ύψη του κυβερνητικού βάθρου, δεν θα εκπροσωπούν πια το λαό παρά μόνο τον εαυτό τους και τις απαιτήσεις πού έχουν για την άσκηση της εξουσίας πάνω στο λαό. Εκείνοι πού αμφιβάλλουν γι’ αυτό γνωρίζουν πολύ λίγο την Ανθρώπινη φύση. Οι Μαρξιστές λένε ότι αυτοί οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι θα είναι αφοσιωμένοι και καλλιεργημένοι Σοσιαλιστές. Οι εκφράσεις «καλλιεργημένος Σοσιαλιστής», «Επιστημονικός Σοσιαλισμός» κλπ. που εμφανίζονται συνεχώς στους λόγους και στα κείμενα των οπαδών του Λασσάλ και του Μαρξ, αποδεικνύουν ότι το ψευτο-λαϊκό Κράτος δεν θα είναι τίποτ’ άλλο παρά ο δεσποτικός έλεγχος του πληθυσμού από μια νέα και καθόλου μεγάλη αριθμητικά, αριστοκρατία πραγματικών και ψευτοεπιστημόνων. οι «αμόρφωτοι» άνθρωποι θ’ απαλλαγούν εντελώς από τη φροντίδα της διοίκησης και θα τύχουν τη μεταχείριση μιας πειθαρχημένης αγέλης. Τι θαυμάσια απελευθέρωση πραγματικά!
Οι Μαρξιστές γνωρίζουν καλά αυτή την αντίφαση και αντιλαμβάνονται ότι μια Κυβέρνηση από επιστήμονες θα είναι μια πραγματική δικτατορία ανεξάρτητα απ’ τη δημοκρατική της μορφή. Παρηγορούνται όμως με την ιδέα ότι αυτή η κυριαρχία θα είναι προσωρινή. Λένε ότι η μόνη φροντίδα και σκοπός θα είναι η μόρφωση και το ανέβασμα του λαού οικονομικά και πολιτικά σ’ ένα τέτοιο επίπεδο, ώστε μια κυβέρνηση αυτής της μορφής να γίνει σύντομα άχρηστη και το Κράτος, αφού χάσει τον πολιτικό ή καταπιεστικά του χαρακτήρα, να εξελιχθεί σε μια εντελώς ελεύθερη οργάνωση οικονομικών συμφερόντων και κομμούνων. Υπάρχει μια σοβαρή αντίφαση μέσα σ’ αυτή τη θεωρία. Αν το Κράτος τους είναι πραγματικά λαϊκό, γιατί να το καταργήσουν; Κι αφού το Κράτος χρειάζεται για ν’ απελευθερώσει τους εργάτες, τότε οι εργάτες δεν είναι ακόμα ελεύθεροι. Επομένως γιατί να ονομάζεται Λαϊκό Κράτος; Με την πολεμική μας ενάντια σ’ αυτούς, τους αναγκάσαμε ν’ αντιληφθούν ότι ή ελευθερία ή η αναρχία, που έχει το νόημα μιας ελεύθερης οργάνωσης των εργατικών μαζών, απ’ τη βάση προς τα πάνω, αποτελεί τον τελικό σκοπό της κοινωνικής ανάπτυξης κι ότι κάθε Κράτος, χωρίς να εξαιρέσουμε το Λαϊκό Κράτος τους, αποτελεί ζυγό που οδηγεί στη δημιουργία του δεσποτισμού απ’ τη μια μεριά και της υποδούλωσης απ’ την άλλη. Λένε ότι μια τέτοια καταπιεστική δικτατορία είναι ένα μεταδοτικό στάδιο στο δρόμο για την κατάκτηση της απόλυτης ελευθερίας για τους ανθρώπους» η αναρχία κι η ελευθερία αποτελούν το σκοπό, ενώ το Κράτος κι η δικτατορία το μέσο κι έτσι για ν’ απελευθερωθούν οι λαϊκές μάζες πρέπει πρώτα να υποδουλωθούν!
Η πολεμική μας πάνω σ’ αυτή την αντίφαση σταματάει εδώ. Οι Μαρξιστές επιμένουν ότι μόνο μια δικτατορία (φυσικά η δική τους) μπορεί να δώσει την ελευθερία στο λαό. Απαντούμε, ότι κάθε δικτατορία δεν έχει κανένα άλλο σκοπό παρά μόνο την αυτοσυντήρηση της κι ότι το μόνο που μπορεί να γεννήσει και να διαποτίσει μ’ αυτό τους ανθρώπους που την υπομένουν είναι η υποδούλωση. Η ελευθερία μπορεί να γεννηθεί μόνο από την ελευθερία, με μια ομαδική λαϊκή εξέγερση και με μια εθελοντική οργάνωση των ανθρώπων απ’ τη βάση προς τα. πάνω. Η κοινωνική θεωρία των αντικρατικών Σοσιαλιστών ή Αναρχικών τους οδηγεί άμεσα κι αναπόφευκτα, σε ρήξη μ’ όλες τις μορφές Κράτους, μ’ όλα τα διάφορα ρεύματα της αστικής πολιτικής και δεν αφήνει καμιά εκλογή παρά μόνο την Κοινωνική Επανάσταση. Η αντίθετη θεωρία, ο Κρατικός Κομμουνισμός κι η εξουσία των επιστημόνων, προσελκύει και προκαλεί σύγχυση στους οπαδούς της και κάτω απ’ το πρόσχημα της πολιτικής τακτικής δημιουργεί συνεχώς δοσοληψίες με τις κυβερνήσεις και τα διάφορα αστικά πολιτικά κόμματα και βαδίζει μοιραία στην κατεύθυνση της αντίδρασης.
Το θεμελιακό σημείο αυτού του προγράμματος είναι ότι μόνο το Κράτος πρόκειται ν’ απελευθερώσει το (ψευτο) προλεταριάτο. Για να το επιτύχει αυτό, το Κράτος πρέπει να είναι σύμφωνο με την απελευθέρωση του προλεταριάτου απ’ την καταπίεση του αστικού καπιταλισμού. Πώς είναι δυνατό να μεταδοθεί μια τέτοια θέληση στο Κράτος; Το προλεταριάτο πρέπει να πάρει στην κατοχή του το Κράτος με μια επανάσταση — μια ηρωική επιχείρηση. Αλλά μόλις το προλεταριάτο καταλάβει το Κράτος πρέπει αμέσως να κινηθεί για να κατάργηση αυτόματα την αιώνια αυτή φυλακή των ανθρώπων. Αλλά σύμφωνα με τον κύριο Μαρξ, οι άνθρωποι, όχι μόνο δεν πρέπει να καταργήσουν το Κράτος, αλλ’ αντίθετα πρέπει να το δυναμώσουν και να το επεκτείνουν και τελικά να το αφήσουν στην πλήρη διάθεση των ευεργετών, κηδεμόνων και δασκάλων τους — των ηγετών του Κομμουνιστικού Κόμματος, δηλαδή στον κύριο Μαρξ και τους φίλους του — που θα τους απελευθερώσουν τότε με το δικό τους τρόπο. Θα συγκεντρώσουν όλη τη διοικητική εξουσία στα στιβαρά χέρια τους, γιατί ο αμαθής λαός χρειάζεται μια ισχυρή κηδεμονία και θα δημιουργήσουν μια. κεντρική Κρατική Τράπεζα, που θα ελέγχει επίσης όλο το εμπόριο, τη Βιομηχανία, τη γεωργία ακόμη και την επιστήμη. Οι Λαϊκές μάζες θα χωριστούν σε δυο στρατιές, τη γεωργική και τη βιομηχανική, κάτω απ’ την άμεση διοίκηση των Κρατικών μηχανικών, πού θ’ αποτελέσουν τη νέα προνομιούχα πολιτικοεπιστημονική τάξη.
Το κείμενο αυτό περιλαμβάνεται στην ελληνική έκδοση (σελ. 94-103) του έργου του Μιχαήλ Μπακούνιν «Η Παρισινή Κομμούνα και η ιδέα του Κράτους», σε μετάφραση Τζακ Λουμάλα και επιμέλεια Γ. Ξυλαγκρa (1972) Εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος».
(λόγος που εκφώνησε στο Σαν Φρανσίσκο)Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Γκόλντμαν Έμμα · Τι είναι πατριωτισμός.
-Έπαρση, αλαζονεία και εγωισμός είναι τα βασικά συστατικά του πατριωτισμού. Επιτρέψτε μου να το εξηγήσω. Ο πατριωτισμός υποθέτει ότι ο πλανήτης μας είναι χωρισμένος σε μικρά κομμάτια, το καθένα από τα οποία περιβάλλεται από μια σιδερένια πόρτα. Όσοι είχαν την τύχη να γεννηθούν σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι θεωρούν τους εαυτούς τους πιο ευγενείς, πιο καλούς, πιο μεγαλοπρεπείς, πιο έξυπνους από εκείνους που κατοικούν σε οποιοδήποτε άλλο σημείο της γης. Είναι, ως εκ τούτου, καθήκον όλων όσων ζουν σε αυτό το σημείο να πολεμήσουν, να σκοτώσουν και να πεθάνουν στην προσπάθεια να επιβάλλουν την υπεροχή τους σε όλους τους υπόλοιπους […]. Όταν ένα παιδί, λοιπόν, γίνεται πλέον ενήλικο άτομο είναι πλήρως πεπεισμένο ότι είναι ο εκλεκτός του ίδιου του Θεού για να υπερασπιστεί τη χώρα του εναντίον της επίθεσης ή της εισβολής οποιουδήποτε αλλοδαπού… -Το πνεύμα του μιλιταρισμού έχει διεισδύσει σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Πράγματι, είμαι πεπεισμένη ότι ο μιλιταρισμός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος εδώ (στις ΗΠΑ) παρά οπουδήποτε αλλού εξαιτίας των υποσχέσεων που δίνει ο καπιταλισμός σε αυτούς που επιθυμεί να καταστρέψει. -Όταν θα έχουμε καταλάβει το πατριωτικό ψέμα, θα έχουμε ανοίξει το δρόμο για το μεγάλο οικοδόμημα, όπου όλοι θα πρέπει να είμαστε ενωμένοι σε μια παγκόσμια αδελφότητα, μια πραγματικά ελεύθερη κοινωνία.
(Αποσπάσματα)Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Χεμινγουέι · Ο γέρος και η θάλασσα
Ύστερα άρχισε να συμπονεί το μεγάλο ψάρι που είχε πιαστεί στο αγκίστρι του.
Είναι σπουδαίο και παράξενο πλάσμα. Ποιος ξέρει πόσων χρόνων να είναι; συλλογιζόταν. Ποτέ δεν έπιασα τόσο δυνατό ψάρι ούτε τόσο παράξενο. Ίσως να είναι πολύ έξυπνο για να πηδήξει. Με ένα μόνο πήδημα ή με μια ξαφνική βουτιά θα μπορούσε να με βουλιάξει. Ίσως όμως να έχει πιαστεί κι άλλες φορές και να ξέρει πώς να αντιστέκεται. Δεν μπορεί να φαντάζεται πως έχει απέναντί του έναν άνθρωπο — κι έναν γέρο μάλιστα. Κι όμως, τι εξαίσιο ψάρι! Αν έχει καλό κρέας, θα πιάσει μεγάλη τιμή στην αγορά. Άρπαξε το δόλωμα σαν αληθινό αρσενικό, το σέρνει σαν αρσενικό και παλεύει χωρίς τον παραμικρό φόβο. Αναρωτιέμαι αν έχει κάποιο σχέδιο ή αν είναι απελπισμένο, όπως κι εγώ.
Θυμήθηκε τότε μια φορά που είχε πιάσει ένα ζευγάρι ξιφίες. Το θηλυκό είχε αγκιστρωθεί πρώτο, γιατί το αρσενικό αφήνει πάντα το θηλυκό να φάει πριν από εκείνο. Το θηλυκό πάλεψε με μανία, πανικό και απόγνωση, ώσπου εξαντλήθηκε. Κι όλη εκείνη την ώρα το αρσενικό δεν την εγκατέλειψε. Γύριζε αδιάκοπα γύρω από την πετονιά, δίπλα της, στην επιφάνεια της θάλασσας. Πλησίαζε τόσο κοντά, ώστε ο γέρος φοβόταν μήπως κόψει την πετονιά με την ουρά του, κοφτερή σαν δρεπάνι.
Όταν κάρφωσε το θηλυκό με το καμάκι, το κράτησε από το μακρύ του ρύγχος και το χτυπούσε στο κεφάλι ώσπου το χρώμα του ξεθώριασε και έγινε ασημένιο σαν την πίσω όψη ενός καθρέφτη. Με τη βοήθεια του παιδιού το ανέβασαν στη βάρκα. Το αρσενικό όμως δεν απομακρύνθηκε ούτε στιγμή. Έμεινε δίπλα τους. Κι όταν ο γέρος τακτοποιούσε τις πετονιές και ετοίμαζε τον γάντζο, το ψάρι τινάχτηκε ψηλά έξω από το νερό, σαν να ήθελε να δει πού βρισκόταν το ταίρι του. Ύστερα χάθηκε στα βαθιά, με τα μεγάλα θωρακικά πτερύγιά του ανοιγμένα, δείχνοντας τις φαρδιές, μωβ λωρίδες στα πλευρά του.
Ήταν πανέμορφο, θυμήθηκε ο γέρος. Και τόσο πιστό. Ήταν το πιο θλιβερό πράγμα που είχα δει ποτέ στους ξιφίες. Και το παιδί το λυπήθηκε όσο κι εγώ. Του ζητήσαμε συγχώρεση και το καθαρίσαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε.
[...]
— Πώς αισθάνεσαι, ψάρι; ρώτησε δυνατά.
Εγώ νιώθω καλύτερα. Και το αριστερό μου χέρι συνήλθε. Έχω αρκετή τροφή για ένα ολόκληρο μερόνυχτο. Συνέχισε να τραβάς τη βάρκα, ψάρι.
Είχε πια νυχτώσει. Τον Σεπτέμβρη η νύχτα πέφτει γρήγορα μετά το ηλιοβασίλεμα. Ο γέρος ξάπλωσε πάνω στις φθαρμένες σανίδες της πλώρης και ξεκουράστηκε όσο μπορούσε. Τα πρώτα αστέρια άρχισαν να εμφανίζονται. Ήξερε πως σύντομα θα γέμιζε ο ουρανός και θα είχε πάλι για συντροφιά τους μακρινούς του φίλους.
— Και το ψάρι είναι φίλος μου, είπε μεγαλόφωνα. Ποτέ δεν είδα ούτε άκουσα για τέτοιο ψάρι. Κι όμως, πρέπει να το σκοτώσω. Ευτυχώς που δεν είμαστε υποχρεωμένοι να σκοτώνουμε τ' αστέρια.
Φαντάσου να έπρεπε ένας άνθρωπος να προσπαθεί κάθε μέρα να σκοτώσει το φεγγάρι, συλλογίστηκε. Το φεγγάρι πάντα θα ξέφευγε. Ή να έπρεπε κάθε μέρα να σκοτώνει τον ήλιο. Σ' αυτό, τουλάχιστον, είμαστε τυχεροί.
Λυπόταν το μεγάλο ψάρι που δεν είχε τίποτε να φάει. Κι όμως η απόφασή του να το σκοτώσει δεν λιγόστευε καθόλου τη συμπόνια που ένιωθε γι' αυτό.
Πόσοι άνθρωποι θα τραφούν από τούτο το ψάρι; σκέφτηκε. Το αξίζουν όμως; Όχι. Κανείς δεν αξίζει να φάει ένα τόσο ευγενικό πλάσμα, με τόση αξιοπρέπεια και τέτοια συμπεριφορά.
Δεν μπορώ να καταλάβω αυτά τα πράγματα, συλλογίστηκε. Όμως είναι ευλογία που δεν χρειάζεται να σκοτώνουμε τον ήλιο, το φεγγάρι ή τ' αστέρια. Αρκεί που ζούμε στη θάλασσα και σκοτώνουμε τ' αληθινά μας αδέλφια.
[...]
— Ψάρι, είπε γλυκά και καθαρά. Θα μείνω μαζί σου ώσπου να πεθάνω.
Κι ίσως κι εκείνο να μείνει μαζί μου, σκέφτηκε.
Περίμενε ώσπου να χαράξει. Ήταν η ψυχρή ώρα πριν από την αυγή και κουλουριάστηκε πάνω στα σανίδια της βάρκας για να ζεσταθεί.
Θα το τραβήξω όσο αντέξουμε κι οι δυο, συλλογίστηκε.
Με το πρώτο φως η πετονιά συνέχιζε να χάνεται βαθιά μέσα στη θάλασσα. Η βάρκα προχωρούσε σταθερά και η πρώτη αχτίδα του ήλιου έπεσε πάνω στον δεξί ώμο του γέρου.
Όταν ο ήλιος ανέβηκε ολόκληρος, κατάλαβε πως το ψάρι δεν είχε ακόμη κουραστεί. Ένα μόνο σημάδι του έδινε κουράγιο: η πετονιά είχε μικρότερη κλίση, πράγμα που σήμαινε πως το ψάρι κολυμπούσε πιο κοντά στην επιφάνεια. Αυτό δεν σήμαινε πως θα πηδούσε, αλλά άφηνε μια ελπίδα.
— Ας πηδήξει, Θεέ μου, είπε ο γέρος. Έχω αρκετό σκοινί για να τα βγάλω πέρα. Αν τεντώσω λίγο ακόμη την πετονιά, ίσως πονέσει και αναγκαστεί να πηδήξει.
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Γκόλντμαν Έμμα · «Η αποτυχία του Χριστιανισμού»,
(άρθρο στο περιοδικό Mother Earth το 1913)
-Παντού και πάντα, από την γέννεσή του, ο Χριστιανισμός μετατρέπει τη γη σε μια κοιλάδα δακρύων. Πάντα κρατάει απ’ τη ζωή ένα αδύναμο, άρρωστο κομμάτι, πάντα ενσταλάζει το φόβο στον άνθρωπο μετατρέποντάς τον σε ένα διπλό ον, του οποίου οι ενέργειες χαραμίζονται στην πάλη ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή. Υποτιμώντας το σώμα ως κάτι κακό, ως την αιτία κάθε αμαρτωλού πράγματος, ο άνθρωπος ακρωτηριάζει την ύπαρξή του μέσα στη μάταιη προσπάθειά του να κρατήσει την ψυχή του καθαρή, ενώ το σώμα του σαπίζει…
«Η απογοήτευσή μου στη Ρωσία», 1923
-Καμία επανάσταση δεν μπορεί να επιτύχει ως παράγοντας απελευθέρωσης εκτός αν τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την συνέχισή της είναι παρόμοιου πνεύματος και τάσης με τους σκοπούς που πρέπει να επιτευχθούν. Επανάσταση είναι η άρνηση του υπάρχοντος, μια βίαιη διαμαρτυρία ενάντια στην απανθρωπιά του ανθρώπου απέναντι σε άνθρωπο [..]. Είναι ο καταστροφέας των κυρίαρχων ιδεών, στις οποίες ένα σύνθετο σύστημα αδικίας, καταπίεσης και λαθών οικοδομήθηκε από την άγνοια και την κτηνωδία.
«Ζώντας τη ζωή μου», 1931
-Δεν πίστεψα ποτέ ότι ένας σκοπός για ένα όμορφο ιδανικό -για τον αναρχισμό, για τον ερχομό της ελευθερίας πάνω από τις συμβάσεις και τις προκαταλήψεις- πρέπει να απαιτεί την άρνηση της ζωής και της χαράς. Επέμενα ότι ο Σκοπός μας δεν μπορούσε να περιμένει από μένα να γίνω μοναχή και πως το κίνημά μας δεν επρόκειτο να μετατραπεί σε μοναστήρι. Αν αυτό σήμαινε όλο αυτό, εγώ δεν το ήθελα. «Θέλω ελευθερία, το δικαίωμα της έκφρασης, το δικαίωμα του καθενός σε όμορφα και λαμπερά πράγματα». Αυτό σήμαινε ο Αναρχισμός για μένα, και θα το ζούσα στο πείσμα ολόκληρου το κόσμου […]. Ναι, ακόμα και αν το καταδίκαζαν οι πιο κοντινοί μου σύντροφοι, εγώ θα ζούσα το ιδανικό μου.
Η τραγωδία της γυναικείας χειραφέτησης
Η ειρήνη ή η αρμονία μεταξύ των φύλων και των ατόμων δεν εξαρτάται απαραίτητα από μια επιφανειακή εξίσωση των ανθρώπινων όντων• ούτε απαιτεί την εξάλειψη εξατομικευμένων γνωρισμάτων και ιδιαιτεροτήτων. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα, και που στο άμεσο μέλλον πρέπει να επιλυθεί, είναι το πώς μπορεί κάποιος να είναι ο εαυτός του και ταυτόχρονα να είναι ένα με τους άλλους, να συμμερίζεται αισθήματα με όλα τα ανθρώπινα όντα και ταυτόχρονα να διατηρεί ατόφιες τις ιδιότητες που τον χαρακτηρίζουν. Αυτή, νομίζω, πως είναι η βάση πάνω στην οποία μπορούν να συναντηθούν χωρίς ανταγωνισμό και αντίθεση η μάζα και η μονάδα, το αληθινά δημοκρατικό και το πραγματικά ατομικιστικό, ο άνδρας και η γυναίκα. Ίσως το σύνθημα δεν θα πρέπει να είναι «συγχωρήστε ο ένας τον άλλον», αλλά «κατανοήστε ο ένας τον άλλον». Η συχνά αναφερόμενη φράση της Madame de Stael, «το να καταλαβαίνεις τα πάντα σημαίνει να συγχωρείς τα πάντα», δεν μου φάνηκε ποτέ ιδιαίτερα ελκυστική, επειδή έχει την οσμή του εξομολογητικού: το να συγχωρήσεις το συνάνθρωπό σου κουβαλά μία φαρισαϊκή ανωτερότητα. Το να κατανοείς το συνάνθρωπό σου αρκεί. Η αποδοχή αντιπροσωπεύει εν μέρει τη θεμελιώδη πτυχή των απόψεών μου σχετικά με τη χειραφέτηση της γυναίκας και της επίδρασης που έχει σε ολόκληρο το γυναικείο φύλο. Η χειραφέτηση θα πρέπει δώσει στη γυναίκα τη δυνατότητα να γίνει άνθρωπος με την ουσιαστική πλέον έννοια. Όλα όσα μέσα της ποθούν την αποδοχή και τη δράση θα πρέπει να φτάσουν στο υψηλότερο επίπεδο έκφρασής τους• όλα τα τεχνητά εμπόδια πρέπει να καταρεύσουν και ο δρόμος προς τη μεγαλύτερη ελευθερία πρέπει να καθαρίσει από κάθε ίχνος καταπίεσης και σκλαβιάς τόσων αιώνων.
Επιλεγμένα ΑποσπάσματαΔιάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Αυρήλιος Μάρκος · Τα εις εαυτόν
ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
1. Όταν σηκώνεσαι κακοδιάθετος το πρωί, να σου είναι πρόχειρη η σκέψη ότι “σηκώνομαι για να κάνω το έργο ανθρώπου. Συνεχίζω λοιπόν να στεναχωριέμαι που βαδίζω προς την πραγματοποίηση αυτών για τα οποία γεννήθηκα και χάρη των οποίων ήρθα στον κόσμο; Ή μήπως φτιάχτηκα να μείνω ξαπλωμένος και να ζεσταίνομαι; “Τούτο όμως είναι πιο ευχάριστο”. Για την ευχαρίστηση λοιπόν γεννήθηκες, και γενικά για να υφίστασαι και όχι για να ενεργείς; Δεν βλέπεις τα μικρά φυτά, τα πουλάκια, τα μυρμήγκια, τις αράχνες, τις μέλισσες που εκτελούν το έργο τους, συμβάλλοντας όσο έχει να κάνει με αυτά στην τάξη του κόσμου; ...”Πρέπει όμως ν' αναπαυόμαστε. Πρέπει, συμφωνώ κι εγώ. Η φύση έδωσε βέβαια το σωστό μέτρο και για τούτο, έδωσε μέτρο για το φαγητό και μέτρο για το ποτό αλλά εσύ προχωράς πέρα από τα μέτρα, πέρα από αυτό που αρκεί, ενώ στις πράξεις σου δεν πας παραπέρα αλλά μένεις μονάχα στα πλαίσια του δυνατού. Πράγματι δεν αγαπάς τον εαυτό σου, επειδή σε άλλη περίπτωση θα αγαπούσες και τη φύση σου και τη βούλησή σου.
ΒΙΒΛΙΟ ΕΚΤΟ
16. Πολύτιμο δεν είναι ούτε η διαπνοή, όπως την εκτελούν τα φυτά, ούτε η αναπνοή, όπως την εκτελούν τα ζώα και τα άγρια θηρία, ούτε οι εντυπώσεις που δημιουργούνται μέσω της παραστατικής δύναμης, ούτε οι σπασμωδικές κινήσεις που προκαλούν οι παρορμήσεις, ούτε ο συναγελασμός με τους άλλους, ούτε η θρέψη, που είναι ανάλογη με την αποβολή των περιττωμάτων της τροφής. Τι είναι, λοιπόν, πολύτιμο; Να σε χειροκροτούν; Όχι. Επομένως, ούτε να σε χειροκροτούνε με τη γλώσσα, γιατί χειροκροτήματα της γλώσσας είναι τα καλά λόγια εκ μέρους των πολλών. Φεύγει, λοιπόν, και η δόξα που δεν έχει καμιά σημασία. Τι μένει άρα που να είναι πολύτιμο; Το να αντιδράς, πιστεύω, και να βρίσκεσαι σε κατάσταση σύμφωνη με την ιδιοσυστασία σου, πράγμα στο οποίο οδηγούν όλες οι ασχολίες και οι τέχνες (γιατί και κάθε τέχνη στόχο της έχει να είναι το κατασκεύασμα κατάλληλο για το έργο για το οποίο δημιουργήθηκε• έτσι και ο καλλιεργητής και ο αμπελουργός και ο ιπποδαμαστής και ο εκπαιδευτής σκυλιών αυτό επιδιώκουν), ενώ η διαπαιδαγώγηση και η διδασκαλία τι επιδιώκουν; Αυτό λοιπόν είναι το πολύτιμο. Αν το έχεις αυτό, δεν θα έχεις να προσφέρεις τίποτε άλλο στον εαυτό σου. Δεν πρόκειται να πάψεις να εκτιμάς και πολλά άλλα; Τότε ούτε ελεύθερος θα είσαι, ούτε αυτάρκης, ούτε απαλλαγμένος από τα πάθη, γιατί αναγκαστικά θα φθονείς, θα ζηλεύεις, θα υποπτεύεσαι όσους έχουν αυτό που θεωρείς πολύτιμο και γενικά όποιος χρειάζεται κάποιο απ' αυτά αναγκαστικά θα αναστατώνεται και επί πλέον συχνά θα κατηγορεί τους θεούς. Αν σέβεσαι όμως και τιμάς τη δική σου διάνοια, και στον εαυτό σου θα αρέσεις και θα ζεις αρμονικά με τους συνανθρώπους και σύμφωνα με τους θεούς, επιδοκιμάζοντας όσα οι θεοί απένειμαν και όρισαν.
[Μάρκος Αυρήλιος, Τα εις Εαυτόν,
μτφ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου,
εκδ. Κάκτος, 1998]
Επιλεγμένα αποσπάσματα από το Πρελούδιο «Αστείο, πανουργία και εκδίκηση»Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Νίτσε Φρίντριχ · Η Χαρούμενη Επιστήμη,
2. Η ευτυχία μου
Από τότε που κουράστηκα να ψάχνω,
έμαθα να βρίσκω.
Κι από τότε που ένας άνεμος στάθηκε ενάντιός μου,
έμαθα να ταξιδεύω με όλους τους ανέμους.
---
3. Ατρόμητος
Όπου κι αν βρίσκεσαι,
σκάβε βαθιά!
Κάτω βρίσκεται η πηγή.
Άσε τους σκοτεινούς ανθρώπους να φωνάζουν:
«Εκεί κάτω υπάρχει μόνο η κόλαση».
---
7. Vademecum – Vadetecum
[Ακολούθησέ με – Ακολούθησε τον εαυτό σου]
Σε γοητεύουν η τέχνη και η γλώσσα μου;
Με ακολουθείς, βαδίζεις πίσω μου;
Φρόντισε να μείνεις πιστός μόνο στον εαυτό σου.
Και τότε θα με ακολουθήσεις —
σιγά, σιγά.
---
16. Προς τα πάνω
«Πώς θα φτάσω πιο γρήγορα
στην κορυφή του βουνού;»
«Συνέχισε ν’ ανεβαίνεις
και μην το πολυσκέφτεσαι».
---
33. Ο μοναχικός
Απεχθάνομαι να ακολουθώ,
απεχθάνομαι και να ηγούμαι.
Να υπακούω; Όχι!
Και να κυβερνώ; Όχι!
Όποιος δεν φοβάται τον εαυτό του
δεν προκαλεί φόβο σε κανέναν·
κι όμως μόνο όποιος μπορεί να προκαλέσει φόβο
μπορεί να οδηγήσει τους άλλους.
Απεχθάνομαι ακόμη και
να οδηγώ τον ίδιο μου τον εαυτό.
Μου αρέσει, σαν τα ζώα του δάσους και της θάλασσας,
να χάνομαι για λίγο,
να κουρνιάζω σε κάποιο γοητευτικό λαβύρινθο,
κι ύστερα να καλώ τον εαυτό μου από μακριά,
να τον παρασύρω ξανά κοντά μου.
---
41. Ηρακλειτισμός
Μόνο ο αγώνας, φίλοι μου,
φέρνει κάθε ευτυχία πάνω στη γη.
Και για να γεννηθεί η φιλία,
χρειάζεται η κάπνα του μπαρουτιού.
Σε τρία πράγματα γίνονται οι φίλοι ένα:
αδέλφια στην ανάγκη,
ίσοι απέναντι στον εχθρό,
ελεύθεροι μπροστά στον θάνατο.
---
54. Στον αναγνώστη μου
Καλά δόντια και γερό στομάχι —
αυτά σου εύχομαι!
Κι αν καταφέρεις να χωνέψεις το βιβλίο μου,
σίγουρα θα τα πάμε καλά οι δυο μας.
---
62. Ecce Homo
[Ίδε ο άνθρωπος]
Ναι, ξέρω από πού έρχομαι!
Αχόρταγος σαν τη φλόγα,
καίγομαι και καταβροχθίζω τον εαυτό μου.
Ό,τι αγγίζω γίνεται φως,
ό,τι αφήνω πίσω μου γίνεται στάχτη.
Σίγουρα —
είμαι φλόγα!
Εμφανίζονται 1–10 από 10 καταχωρίσεις