Τι έγινε η χαρά της ζωήςΔιάβασε ολόκληρο το ποίημα Αγγελάκη Κατερίνα · Φόβος το νέο πάθος
που καταχτούσε την κάθε στιγμή
ακόμη κι όταν η μέρα ξημέρωνε δυσοίωνη;
Τώρα πόνος κανένας
δε μαστίζει το κορμί
αλλά το μέσα το αλυσοδένει
ένας νέος παντοδύναμος τύραννος:
ο φόβος.
Ήρθε ο φόβος και σάρωσε
όλα τα πάθη.
Ένα είναι το πάθος· ο φόβος
π’ απλώνεται σαν σάβανο
και όλα τα σκεπάζει.
Φόβος για την κατάρρευση
της φύσης, του κορμιού, του κόσμου.
Τώρα αντί να ουρλιάζει το μέσα
«Τι ωραίος που είναι αυτός!»
μια είναι η φωνή που κυριαρχεί: «Πρόσεχε
19 ποιήματα για τη λύπη
Ανακάλυψε ποιήματα για τη λύπη μέσα από τη φωνή σημαντικών ποιητών. Στίχοι που προσεγγίζουν το συναίσθημα μέσα από διαφορετικές εποχές και προσωπικές εμπειρίες.
Ξέρω πώς νιώθει το πουλί που είναι φυλακισμένο, αλίμονο!Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Ντάνμπαρ Πωλ · Συμπόνια
Όταν ο ήλιος λάμπει στις πλαγιές των λόφων·
όταν ο άνεμος απαλά κινεί το φρέσκο χορτάρι,
κι ο ποταμός κυλά σαν γυάλινο ρυάκι·
όταν το πρώτο πουλί τραγουδά κι ο πρώτος ανθός ανοίγει,
κι από το κύπελλό του σκορπίζει αχνό άρωμα—
ξέρω πώς νιώθει το φυλακισμένο πουλί!
Ξέρω γιατί το φυλακισμένο πουλί χτυπά τα φτερά του
ώσπου το αίμα του να κοκκινίσει τα σκληρά κάγκελα·
γιατί πρέπει να γυρίσει στην κούρνια του και να γαντζωθεί,
ενώ λαχταρά να βρίσκεται στο κλαδί, να αιωρείται·
κι ένας πόνος πάλλεται ακόμη μέσα στις παλιές, παλιές ουλές,
και ξαναχτυπούν με πιο οξύ κέντρισμα—
ξέρω γιατί χτυπά τα φτερά του!
Ξέρω γιατί το φυλακισμένο πουλί τραγουδά, αχ,
όταν το φτερό του είναι πληγωμένο και το στήθος του πονά—
όταν χτυπά τα κάγκελά του και λαχταρά να είναι ελεύθερο·
δεν είναι τραγούδι χαράς ή ευθυμίας,
μα μια προσευχή που στέλνει από τα βάθη της καρδιάς του,
μια ικεσία που υψώνει προς τον Ουρανό—
ξέρω γιατί τραγουδά το φυλακισμένο πουλί!
Επειδή δεν μπορούσα να σταματήσω για τον Θάνατο,Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Ντίκινσον Έμιλυ · Επειδή δεν μπορούσα να σταματήσω για τον θάνατο
εκείνος ευγενικά σταμάτησε για μένα.
Η άμαξα μετέφερε μόνο εμάς τους δυο,
και την Αθανασία.
Αργά προχωρούσαμε — δεν γνώριζε βιασύνη,
κι εγώ είχα αφήσει στην άκρη
και την εργασία και την ανάπαυσή μου,
για χάρη της ευγένειάς του.
Περάσαμε από το σχολείο, όπου τα παιδιά αγωνίζονταν
την ώρα του διαλείμματος — στον κύκλο —
περάσαμε από τα χωράφια με τα χρυσά σιτάρια που ατένιζαν,
περάσαμε από τον ήλιο που έδυε.
Ή μάλλον — εκείνος προσπέρασε εμάς —
οι δρόσοι έφερναν ρίγος και ψύχρα —
γιατί το φόρεμά μου ήταν μόνο από αραχνοΰφαντο ύφασμα,
και το σάλι μου — μόνο από τούλι.
Σταματήσαμε μπροστά σε ένα σπίτι
που έμοιαζε με εξόγκωμα της γης —
η στέγη μόλις που φαινόταν —
το γείσο ήταν μέσα στο χώμα.
Από τότε έχουν περάσει αιώνες —
κι όμως φαίνονται συντομότεροι από εκείνη τη μέρα
που πρωτοκατάλαβα πως τα κεφάλια των αλόγων
ήταν στραμμένα προς την Αιωνιότητα.
(αποσπάσματα)Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Αχμάτοβα · Ρέκβιεμ
Ήρεμος ο Ντον, γαλήνια κυλά
Κίτρινο φεγγάρι σε σπίτι χαμηλά.
Γλιστρά και βάζει το σκουφί του
Το κίτρινο φεγγάρι κοιτάζει τη σκιά.
Αυτή η γυναίκα είν' άρρωστη βαριά
Την τρώει η μεγάλη της η μοναξιά.
Στο μνήμα ο άντρας της κι ο γιος της φυλακή
Πες και για μένα μία προσευχή.
[…]
Οδοιπορώντας προς ένα πανάρχαιο χωριό
που βρίσκεται στο μέλλον,
το βαρύ βήμα της αλήθειας,
κοντοστάθηκε
κάτω από το μισοκαμένο κλαρί των ημερών.
Ο νους, αιχμάλωτος της αδυναμίας,
ανάμεσα στη λέξη και την απόκριση,
βύζαινε, αδέσποτος,
το φως του δειλινού.
Ο άγνωστος
και αθέατος
μάρτυρας της ζωής,
παρατηρούσε το φτεροκόπημα
των μαύρων πουλιών
στη θέα του φεγγαριού
Ένα βουνό ονείρων
ξεπρόβαλε
αχνά στον ορίζοντα.
Τότε άρχισε ν' αναρωτιέται
πώς μπορεί να υφάνει τη ζωή
και να τη συμφιλιώσει με τον εαυτό της.
Μια σταξιά πίκρας
έβρεξε τα σκύβαλα των φόβων
και
τα φαγωμένα από το χρόνο σκέλεθρα
μιας μοίρας τραγικής και παράλυτης.
Στο πάλιωμα του βλέμματος
αντιφέγγιζε
μια εικόνα δίχως σώμα,
φανερώνοντας πώς δεν υπάρχει ιστορία
δίχως τα δικά της φαντάσματα.
Στο υπόκωφο φως της αυγής,
το τρέμουλο
μιας λησμονημένης ηδονής,
δεν ήταν τίποτα άλλο
παρά μια υγρή χειρονομία
ενός θανάτου ερωτικού.
Στέλνοντας μια κραυγή
να ταξιδέψει έξω από το χρόνο,
κατάλαβε
πώς για να καταφέρουμε να θυμηθούμε ξανά,
η μόνη σωτηρία είναι να ξεχάσουμε τις αμαρτίες μας.
ΡΕΚΒΙΕΜ
ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ 2007
Μετάφραση ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Αναδημοσίευση από:
«blancdubois.blogspot.gr/2009/07/blog-post.html»
ΙΚΕΣΙΑ
Δοσ’ μου πικρά χρόνια αρρώστιας,
Πυρετό, αϋπνία, πνιγμό,
Στέρησε μου και τέκνο και φίλο,
Και τη δόξα του ποιητή.
Έτσι προσεύχομαι στη λειτουργία,
Έπειτ’ από τόσες πικρές μέρες
Η καταχνιά από τη Ρωσία να φύγει
Να ανατείλει μιας δόξας αυγή.
Μτφ Ελένη Κυριακίδου-Δημητρίου
Από περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ
Αθήνα 1 Οκτωβρίου 1984
ΜΙΑ ΑΝΑΜΝΗΣΗ
Σαν άσπρη πέτρα μέσα στο πηγάδι
Μες στην ψυχή μου μια ανάμνηση μιλά
Να την ξεχάσω δεν μπορώ, δεν θέλω
Είναι η οδύνη μου και η χαρά.
Νομίζω, όποιος θα με πλησιάσει,
Μέσα στα μάτια μου αμέσως θα το δει,
Πιο λυπημένος, σκεπτικός θα γίνει,
Ακούοντας μια θλιβερή φωνή.
Μτφ Ελένη Κυριακίδου-Δημητρίου
Από περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ
Αθήνα 15 Σεπτεμβρίου 1984
ΜΥΡΙΖΕΙ ΞΕΦΩΤΟ
Μυρίζει ξέφωτο το μέλι,
Η σκόνη ηλιαχτίδα,
Κοπέλας στόμα ο μενεξές,
Τίποτα το χρυσάφι.
Νερό μυρίζει η ρεζέντα
Και η αγάπη μήλο.
Όμως το αίμα ξέρουμε
Μυρίζει μόνο αίμα.
Μτφ Ελένη Κυριακίδου-Δημητρίου
Από περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ
Αθήνα 1 Οκτωβρίου 1985
ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
Χαμηλά την ακτή ψαλιδίσαν οι κόλποι,
Πανιά πολλά στ' ανοιχτά αρμενίζαν,
Κι εγώ στέγνωνα τ' αλμυρά μου μαλλιά
Σε βράχο πλατύ, από τη στεριά ένα μίλι.
Ενα πράσινο ψάρι γλιστρούσε σε μένα,
Ενας άσπρος γλάρος σε μένα πετούσε,
Κι ήμουνα τολμηρή και χαρούμενη, ήμουν αγρίμι,
Και διόλου δεν ήξερα πως αυτό είναι ευτυχία.
Το κίτρινο φουστάνι μου έθαβα στην άμμο,
Μην το πάρει ο αέρας, μην το κλέψει ο αλήτης,
Και στη θάλασσα ανοιγόμουν και ξάπλωνα
Στα ζεστά σκοτεινά κύματά της.
Όταν γύριζα αναβόσβηνε κιόλας
Από τα ανατολικά το φως του φάρου,
Κι ο καλόγερος στης Χερσονήσου την πύλη
Με ρωτούσε: «Πού γυρνάς μες στη νύχτα;».
Ένιωθα το νερό κι οι γείτονες το ξέραν,
Κι όταν άνοιγαν καινούργιο πηγάδι
Με καλούσαν να βρω το μέρος
Και δεν πήγαινε ο κόπος τους χαμένος.
Όπως άλλοι μαζεύουν μανιτάρια ή μούρα,
Μάζευα εγώ σφαίρες των Γάλλων,
Κι έφερνα σπίτι μες στην ποδιά μου
Θραύσματα σκουριασμένα από βαριές οβίδες.
Κι έλεγα με θυμό στην αδερφή μου:
«Όταν θα γίνω τσαρίνα,
Έξι θωρηκτά θα φτιάξω
Κι έξι κανονιοφόρους,
Για να φρουρούν τις ακτές μου
Από δω ως τ' ακρωτήρι».
Και τη νύχτα μπροστά στο κρεβάτι
Στη σκοτεινή προσευχόμουν εικόνα
Τις κερασιές να μην χτυπήσει χαλάζι,
Ένα ψάρι μεγάλο να πέσει στα δίχτυα,
Κι ο πονηρός αλήτης να μην προσέξει
Το κίτρινό μου φουστάνι.
Απόσπασμα από την έκδοση,
μτφρ.: Ασπασία Λαμπρινίδου,
(.poema..) εκδόσεις 2013
Αναδημοσίευση από «www.epoema.eu/blog.php?id=36&pid=»
Βόρειες Ελεγείες
(απόσπασμα από την πρώτη Ελεγεία)
Ποτέ μου δεν είχα χρόνια παιδικά,
φακίδες, αρκουδάκια ή κουκλίτσες,
καλούς μπαρμπάδες, θείτσες αγαθές,
αγαπημένες φίλες στα παιχνίδια...
Από την αρχή φαινόμουν στον εαυτό μου
σαν ξένο όνειρο, σαν παραμιλητό
ή αντανάκλαση σ’ έναν καθρέφτη,
χωρίς αιτία, όνομα και σάρκα...
Από το «Έκτη Βόρεια Ελεγεία»
Τρεις εποχές έχουν οι αναμνήσεις.
Η πρώτη – σαν τη χτεσινή ημέρα.
Κάτω απ’ το θόλο της πετάει η ψυχή
Και στη σκιά της ευτυχεί το σώμα.
Υπάρχει γέλιο, δάκρυα κυλάνε
Και το μελάνι πάνω στο τραπέζι.
Και το φιλί σαν στην καρδιά σφραγίδα –
μοναδικό, αξέχαστο, στερνό. Μα
δεν κρατά πολύ αυτή η εποχή.
Αντί για θόλο – ένα άδειο σπίτι
Σε κάποια απομακρυσμένη επαρχία,
όπου το καλοκαίρι είναι καυτό,
και το χειμώνα τσουχτερό το κρύο,
παντού – αράχνες, στις γωνιές – οι σκόνες,
τα γράμματα ερωτικά σαπίζουν,
κρυφά αλλάζουν θέση τα πορτραίτα,
ο κόσμος έρχεται σαν στη κηδεία
και ύστερα τα χέρια σαπουνίζει
σκουπίζοντας από τα κουρασμένα μάτια
τα δάκρυα, βαριαναστενάζει...
Μα το ρολόι τρέχει, κι η άνοιξη
Γυρίζει πάλι, ο ουρανός ροδίζει,
Αλλάζουν τα ονόματα της πόλης
Και φεύγουν οι μάρτυρες των γεγονότων.
Δεν έχεις πια κανένα να θυμάσαι,
Να κλαις και να οδύρεσαι μαζί.
Σιγά-σιγά μας φεύγουν οι σκιές, που
Δεν καλούμε πια,
Και η επιστροφή τους τώρα μας τρομάζει.
Και μια ωραία πρωία παρατηρούμε,
Ότι ξεχάσαμε που βρίσκεται το σπίτι,
Μας πνίγει η οργή, ο πόνος, η ντροπή
Τρέχουμε εκεί, μα όλα έχουν αλλάξει
(όπως στα όνειρα οι άνθρωποι)
Οι τοίχοι, τα πράγματα, κανένας δεν μας ξέρει
Είμαστε ξένοι μες στους ξένους.
Βρεθήκαμε αλλού!...Ω Θέε μου!
Μόλις περάσουν οι πρώτες πίκρες
Κατανοούμε, ότι δεν χωράει
Το παρελθόν στα πλαίσια της ζωής μας.
Μας είναι τόσο ξένο, όσο
Και στον γείτονα στην πολυκατοικία,
και ότι δε θα αναγνωρίζαμε εκείνους,
που έχουν πεθάνει, κι εκείνοι, που μας
αποχωρίστηκαν, ζουν άνετα
και χωρίς εμάς. Και όλα καλώς βαδίζουν»...
αναδημοσίευση από
«greekorbis.gr/greek/ex-libris/tobradi»
Η Ελεγείες του βορρά κυκλοφορούν από τις
εκδόσεις poema (2014)
Το να πεθαίνεις είναι μια τέχνη,Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Πλαθ Σύλβια · Μια τέχνη
όπως καθετί άλλο.
Tο κάνω εξαιρετικά καλά.
Το κάνω έτσι ώστε να μοιάζει κόλαση.
Το κάνω έτσι ώστε να μοιάζει αληθινό.
Έχω το χάρισμα, θα μπορούσες να πεις.
Dying is an art.
Like everything else,
I do it exceptionally well.
I do it so it feels like hell.
I do it so it feels real.
I guess you could say I have a call.
Τούτη είναι η ώρα σου, ω Ψυχή,Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Γουίτμαν, Γουόλτ · Ξάστερα Μεσάνυχτα
η ελεύθερη πτήση σου προς το άρρητο,
μακριά από τα βιβλία, μακριά από την τέχνη,
η μέρα έχει σβήσει, το μάθημα τελείωσε.
Εσύ προβάλλεις ολόκληρη, σιωπηλή,
ατενίζοντας και στοχαζόμενη εκείνα που αγαπάς περισσότερο:
τη νύχτα, τον ύπνο, τον θάνατο και τ’ αστέρια.
Original (English)
This is thy hour O Soul,
thy free flight into the wordless,
Away from books, away from art,
the day erased, the lesson done,
Thee fully forth emerging, silent,
gazing, pondering the themes thou lovest best.
Night, sleep, death and the stars.
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθείΔιάβασε ολόκληρο το ποίημα Καβάφης · Απολείπειν ο θεός Aντώνιον
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε
που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις
Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Μπίσοπ Ελίζαμπεθ · Μια τέχνη (One art)
Τόσα πολλά πράγματα μοιάζουν προορισμένανα χαθούν, που η απώλειά τους καταστροφή δεν είναι.
Χάνε κάτι κάθε μέρα. Συνήθισε την ενόχλησητων χαμένων κλειδιών, της κακοξοδεμένης ώρας.Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.
Ύστερα εξασκήσου να χάνεις περισσότερα, να χάνειςγρηγορότερα: τόπους και ονόματα, και το πού σκόπευεςνα ταξιδέψεις. Τίποτε απ’ αυτά καταστροφή δεν φέρνει.
Έχασα της μητέρας το ρολόι. Και κοίτα! Το τελευταίο —ή το προτελευταίο — από τα τρία αγαπημένα σπίτιαχάθηκε κι αυτό.Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.
Έχασα δυο πόλεις, αξιολάτρευτες. Και, ακόμη πιο τεράστιους,κάποιους δικούς μου κόσμους: δυο ποταμούς, μιαν ήπειρο.Μου λείπουν, μα ούτε αυτό υπήρξε καταστροφή.
Ακόμη και χάνοντας εσένα — την αστειευόμενη φωνή,μια χειρονομία που αγαπώ — ψέματα δεν θα έχω πει.Προφανώς η τέχνη της απώλειας δεν είναι και τόσο δύσκολο να μαθευτεί,
αν και μπορεί να μοιάζει με — (Γράψ' το!) — με καταστροφή.
One art
“The art of losing isn't hard to master;
so many things seem filled with the intent
to be lost that their loss is no disaster.
Lose something every day. Accept the fluster
of lost door keys, the hour badly spent.
The art of losing isn't hard to master.
Then practice losing farther, losing faster:
places, and names, and where it was you meant
to travel. None of these will bring disaster.
I lost my mother's watch. And look! my last, or
next-to-last, of three loved houses went.
The art of losing isn't hard to master.
I lost two cities, lovely ones. And, vaster,
some realms I owned, two rivers, a continent.
I miss them, but it wasn't a disaster.
---Even losing you (the joking voice, a gesture
I love) I shan't have lied. It's evident
the art of losing's not too hard to master
though it may look like (Write it!) like disaster.”
Δάκρυα! Δάκρυα! Δάκρυα!Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Γουίτμαν, Γουόλτ · Δάκρυα!
Μέσα στην ερημιά και μέσα στη νύχτα, δάκρυα,
Που πέφτουν, πέφτουν στάλα – στάλα
στο λευκό ακρογιάλι κι η αμμουδιά τα πίνει,
Δάκρυα και μήτε ένα άστρο που να λάμπει
όλα ανέλπιστα και όλα μαύρα,
Δάκρυα που τρέχουν από τα υγρά τα μάτια
μιας μορφής με σκεπασμένο πρόσωπο·
Ω ποια είναι αυτή η σκιά;
Η οπτασία αυτή που κλαίει μέσα στα σκοτάδια;
Ποιος όγκος άμορφος, εκεί, είναι σκυφτός στην αμμουδιά;
Κύματα δάκρυα και λυγμοί,
αγωνίες που μέσα πνίγονται κραυγές τρελές.
Μην είσαι εσύ, εσύ τάχα, ενσαρκωμένη τρικυμία,
που υψώνεσαι έτσι και περνάς στον όρμο βιαστικά!
Ω τρικυμία νυχτερινή, πένθιμη κι αγριωπή,
με τον αγέρα σου – όλο σπασμούς κι αλλοφροσύνη!
Ω σκιά τόσο ήρεμη κι αξιοπρεπή τη μέρα,
με το γαλήνιο πρόσωπό σου και με την ταχτική περπατησιά σου
Όμως τη νύχτα, άμα κανένας δε σε βλέπει
και ξεσπάς – σε τι αβάσταχτο ωκεανό μεταμορφώνεσαι,
Από δάκρυα! δάκρυα! δάκρυα!
Από τη συλλογή Φύλλα Χλόης, 1855
Απόδοση Ναπολέων Λαπαθιώτης
(Les Fleurs du Mal)Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Μπωντλαίρ · Τα Άνθη του Κακού
(Εισαγωγή)
Η ηλιθιότητα, το λάθος,
το αμάρτημα, η τσιγγουνιά,
Απασχολούν το πνεύμα μας
και βασανίζουν τα σώματά μας,
Και τροφοδοτούμε τις αγαπημένες μας τύψεις,
Όπως οι ζητιάνοι τρέφουν
τα παράσιτά τους.
Τα αμαρτήματά μας είναι πεισματάρικα,
οι μεταμέλειές μας χαλαρές,
Τα πληρώνουμε βαριά
με τις εξομολογήσεις μας,
Και επιστρέφουμε χαρούμενοι
πίσω στο βουρκώδη δρόμο,
Πιστεύοντας ότι τα ευτελή δάκρυα
ξεπλένουν όλους τους λεκέδες μας.
Πάνω στο μαξιλάρι του κακού
είναι ο Τρισμέγιστος Σατανάς
Που νανουρίζει μακρόσυρταv το μαγεμένο πνεύμα μας,
Και το σκληρό μέταλλο
της θέλησής μας
Εξατμίζεται ολόκληρο από αυτόν
τον λόγιο χημικό.
Είναι ο Διάβολος
που βαστά τα σκοινιά
τα οποία μας κινούν!
Για απεχθή αντικείμενα
βρίσκουμε τα θέλγητρα.
Κάθε μέρα κατεβαίνουμε
προς την Κόλαση
μ’ ένα βηματισμό,
Χωρίς τρόμο, διασχίζοντας
το σκότος με την βρώμικη οσμή.
Όπως μια φτωχή ακολασία
που φιλά και τρώει
Το βασανισμένο στήθος
μιας αρχαίας πόρνης,
Ξεκλέβουμε προχωρώντας
μια παράνομη ευχαρίστηση
Η οποία μας πιέζει
πολύ δυνατά όπως ένα ώριμο πορτοκάλι.
Σφίγγοντας, μυρμηγκιάζοντας,
σαν ένα εκατομμύριο ελμίνθες,
Μέσα στο ξεφάντωμα του μυαλού μας
ένα πλήθος από Δαίμονες,
Και, όταν αναπνέουμε,
ο Θάνατος μέσα στα πνευμόνια μας
Κατέρχεται, αόρατο ποτάμι,
με υπόκωφους στεναγμούς.
Αν ο βιασμός, το δηλητήριο,
το στιλέτο, η φωτιά,
Δεν έχουν ακόμα υφανθεί
από τα ευχάριστα σχέδια τους
Ο κοινότυπος καμβάς
της ελεεινής μοίρας μας,
Είναι γιατί η ψυχή μας,
δυστυχώς!
δεν είναι ακόμα αρκετά τολμηρή.
Αλλά ανάμεσα στα τσακάλια,
τους πάνθηρες, τις σκύλες,
Τους πιθήκους, τους σκορπιούς,
τα όρνεα, τα ερπετά,
Στα θηρία που σκούζουν,
ουρλιάζουν, κράζουν, σέρνονται,
Μέσα στο ελεεινό θηριοτροφείο
των παθών μας,
Εκεί βρίσκεται ένα πιο άσχημο,
πιο μοχθηρό, πιο βρώμικο!
Αν και δεν σπρώχνει
ούτε σε μεγάλες χειρονομίες,
ούτε σε μεγάλες κραυγές,
Ευχαρίστως θα έκανε τη γη θρύψαλα
Και μέσα σ’ ένα χασμουρητό
θα κατάπινε τον κόσμο.
Είναι η πλήξη/ανία! –
το μάτι φορτωμένο από ένα αθέλητο δάκρυ,
Ονειρεύεται το ικρίωμα
καπνίζοντας τον ναργιλέ του.
Το ξέρεις, αναγνώστη,
το ντελικάτο τέρας,
Υποκριτή αναγνώστη, –
όμοιε μου, –
αδελφέ μου!
(Μετάφραση: K. Γ. Καρυωτάκης)Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Μπωντλαίρ · Spleen
Είμαι σαν κάποιο βασιλιά
σε μια σκοτεινή
χώρα,
πλούσιο, αλλά, χωρίς ισχύ,
νέον, αλλά από τώρα γέρο,
που τους παιδαγωγούς φεύγει,
περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει
ματαιοπονεί
μ' όσες μπαλάντες απαγγέλλει
ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια
το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες,
πού είν’ έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει
, πώς πολύ πολύ τον αγαπούν,
ούτε η αγέλη των σκυλιών,
τα γεράκια,
το κυνήγι,
ούτε ο λαός, προστρέχοντας,
η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του,
κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο,
σέρνεται σκελετός.
Χρυσάφι κι αν τού φτιάνουν οι σοφοί,
δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο
ν’ αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά,
τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών
τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα
σ’ αυτό το πτώμα
που έχει μόνο της Λήθης
το νερό στις φλέβες του
και τρέχει.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Σαίξπηρ · ΣΟΝΕΤΟ 66
Με όλα αυτά απόκαμα, ζητάω να αναπαυτώ στο μνήμα:
Να βλέπω, λέω την αρετή ζητιάνα γεννημένη,
Το κούφιο Τίποτε φαιδρό με κορδωμένο βήμα
Την πίστη την αγνότερη, χυδαία απαρνημένη,
Την τιμημένη Υπεροχή αισχρά παραριγμένη,
Τη Χάρη την παρθενική ωμά ξεπορνεμένη
Την τέλεια Ωραιότητα κακά εξευτελισμένη,
Την Αξία από ανάπηρη κυβέρνηση αχρητευμένη,
Την Τέχνη από την κρατική εξουσία γλωσσοδεμένη,
Τη Γνώση από την σχολαστική μωρία περιορισμένη
Την πιο απλή αλήθεια, ηλίθια παρανομασμένη
Την Καλοσύνη στην κυρά-Κακία υποταγμένη.
Με όλα αυτά απόκαμα, δεν θέλω πια να ζήσω
Μόνο που την αγάπη μου πεθαίνοντας πρόκειται να αφήσω
(Σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα, Βούλας Δαμιανάκου
Εκδόσεις ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ 1990)
Εμφανίζονται 1–12 από 19 καταχωρίσεις