| |||
|---|---|---|---|
|
Αζαλέες |
Ο Κιμ Σόβολ (Kim Sowol, πραγματικό όνομα Kim Jeong-sik (김정식; 金 廷 湜), 1902-1934) ήταν Κορεάτης ποιητής, από τους θεμελιωτές της σύγχρονης Κορεάτικης ποίησης. Γεννήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1902 στο Kwaksan της επαρχίας North Pyong'an, στη σημερινή Βόρεια Κορέα. Η παιδική του ηλικία στιγματίστηκε από το γεγονός πως ο πατέρας του ανέπτυξε μια ψυχική νόσο και οι ντόπιοι σαμάνοι είχαν συστήσει ξυλοδαρμούς και μπάνια με παγωμένα νερά που γινόταν μπροστά στα παιδιά του, για να φύγουν οι δαίμονες από μέσα του. Ο παππούς του τον δίδαξε κινέζικα και φρόντισε να πάει στο γυμνάσιο. Μετά την αποφοίτησή του πήγε στην Ιαπωνία για να σπουδάσει σε ένα εμπορικό κολέγιο. Ενώ ήταν εκεί, δημοσίευσε αρκετά ποιήματα σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Ωστόσο οι σπουδές του διακόπηκαν σύντομα Καθώς τον Σεπτέμβριο του 1923 ένας μεγάλος σεισμός έπληξε την περιοχή του Τόκιο με συνέπεια το ξέσπασμα πολλώ φωτιών. Ο όχλος έριξε το φταίξιμο στους Κορεάτες, κατηγορώντας τους για εμπρηστές και ξεκινώντας και μαζικές επιθέσεις εναντίον τους. Πολλοί Κορεάτες πέσανε θύματα μαζικών επιθέσεων, πολλοί άλλοι όπως και οι περισσότεροι φοιτητές, αναγκάστηκαν αν επιστρέψουν στην ασφάλεια της πατρίδας τους.
Εκείνη την εποχή ο Kim So-wol έγραψε τους στίχους που προμήνυαν τη γέννηση της σύγχρονης κορεατικής ποίησης. Τα δημοσίευσε σε λογοτεχνικά περιοδικά τα οποία άρχισαν να εμφανίζονται σε μεγάλο αριθμό μετά την εξέγερση της 1ης Μαρτίου του 1919 (ένα ανεπιτυχές κίνημα διαμαρτυρίας από φοιτητές της Κορέας που ζητούσαν ανεξαρτησία από την Ιαπωνία και διαμαρτύρονταν για την αναγκαστική αφομοίωση στον ιαπωνικό τρόπο ζωής). Το 1925 δημοσίευσε μια συλλογή ποιημάτων του, με τίτλος Αζαλέες, η οποία επρόκειτο να παραμείνει το μοναδικό βιβλίο που κυκλοφόρησε ο ίδιος. Ωστόσο, η ποίηση σπάνια πληρώνει καλά κι οι Κορεάτες ποιητές έπρεπε να κερδίσουν τα προς το ζην με άλλα μέσα. Για λίγο ο Σοβόλ προσπάθησε να συντηρήσει τον εαυτό του μέσα από μια σειρά από δουλειές και ανεπιτυχείς επιχειρηματικές δραστηριότητες. Εργάστηκε στα ορυχεία του παππού του ως διευθυντής, αλλά σύντομα η επιχείρηση κατέρρευσε. Στη συνέχεια, προσπάθησε να διευθύνει ένα τοπικό υποκατάστημα μιας μεγάλης εθνικής εφημερίδας, αλλά αυτό επίσης κατέληξε σε πτώχευση. Ούτε η προσωπική του ζωή πήγαινε καλύτερα. Όπως ήταν το έθιμο, τον είχαν παντρέψει από την εφηβεία με μία κοπέλα ενώ εκείνος αγάπησε κάποια άλλη, η οποία κι εκείνη είχε παντρευτεί άλλον και μάλιστα πέθανε νέα, με τον Κιμ να γράφει ένα από τα καλύτερα ποιήματα του για αυτήν. Απογοητευμένος και σε οικονομικό και προσωπικό αδιέξοδο, ο Κιμ Σοβόλ έδωσε τέλος στην ζωή του το 1934. Ο δάσκαλός του Kim Eok δημοσίευσε έναν τόμο με τα επιλεγμένα ποιήματα του το 1935. Η μαγική γοητεία των στίχων του, δύσκολα μπορεί να ανακτηθεί στη μετάφραση, αφού το πνεύμα της ποίησής του μεταφέρεται εν μέρει μέσω του ήχου των κορεατικών λαϊκών μελωδιών. |
||