Βιογραφία
Ο Φρανσουά-Ωγκύστ-Ρενέ ντε Σατωμπριάν ήταν Γάλλος συγγραφέας και πολιτικός, από τους πρωτοπόρους του γαλλικού ρομαντισμού, γνωστός για τον φιλελληνισμό του. Γεννήθηκε στο Σαιν-Μαλό της Βρετάνης στις 4 Σεπτεμβρίου 1768, τελευταίο από τα δέκα παιδιά της οικογένειας του. Ο πατέρας του ήταν πλοίαρχος και έμπορος ο οποίος είχε αποκτήσει μεγάλη περιουσία και είχε αγοράσει έναν πύργο και τον τίτλο του κόμη. Ο Φρανσουά-Ωγκύστ-Ρενέ φοίτησε στα καλύτερα σχολεία αποκαλύπτοντας μεγάλη έφεση για μάθηση και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους κλασσικούς συγγραφείς.Επειδή το μεγαλύτερο μέρος της οικογενειακής περιουσίας μαζί με τους τίτλους πήγαιναν στον πρωτότοκο, εκείνος έπρεπε να διαλέξει μια σταδιοδρομία, έτσι από το 1786 ως το 1790 δοκίμασε, χωρίς πραγματικό ενδιαφέρον, το στρατιωτικό πεδίο. Στην γαλλική επανάσταση δεν συμμετείχε και το 1791 έφυγε για την Αμερική. Επέστρεψε 8 μήνες μετά έχοντας σπαταλήσει όλο το μερίδιο από την πατρική περιουσία. Αναγκάστηκε να παντρευτεί με συνοικέσιο μια κοπέλα που όλοι νόμιζαν πως είναι πολύ πλούσια αλλά στην πράξη αποδίχτηκε να έχει μικρή περιουσία, με αποτέλεσμα να παραμείνουν τα οικονομικά του προβλήματα. Κατατάχθηκε κατόπιν στον στρατό των εξόριστων αριστοκρατών έχοντας αποφασίσει να υπερασπιστεί την μοναρχία, σε μια μάχη πληγώθηκε και μετά, καθώς στην Γαλλία επικράτησε η τρομοκρατία του Ροβεσπιέρου (στέλνανε στην γκιλοτίνα με το παραμικρό κυρίως αριστοκράτες ως εχθρούς της επανάστασης) έφυγε μεταμφιεσμένος για στην Αγγλία, όπου έζησε μέσα στην ανέχεια, με μοναδικά έσοδα τα πενιχρά κέρδη από την διδασκαλία, όταν έβρισκε, μαθημάτων γαλλικών.
Ωστόσο έγραφε ασταμάτητα και το 1797 δημοσίευσε το «Δοκίμιο για τις επαναστάσεις», το οποίο πέρασε απαρατήρητο. Στο Λονδίνο ερωτεύτηκε την κόρη ενός πάστορα, όταν ομολόγησε πως ήταν ήδη παντρεμένος το ειδύλλιο χάλασε και το 1800, με τον Ναπολέοντα στην εξουσία, αποφάσισε να επιστρέψει στην Γαλλία. Δημοσίευσε επιστρέφοντας τη νουβέλα «Αταλά», η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία και δυο χρόνια μετά το επίσης επιτυχημένο «Πνεύμα του Χριστιανισμού» που συνετέλεσε στην αναβίωση του Καθολικισμού στην Γαλλία.
Ο Ναπολέων τον διόρισε γραμματέα της διπλωματικής αποστολής στο Παπικό κράτος, θέση από την οποία παραιτήθηκε το 1804, όταν ξεκίνησε να διαφωνεί με τις τακτικές του Ναπολέοντα. Το 1806 έκανε ένα μεγάλο ταξίδι σε Ελλάδα, Μικρά Ασία, Παλαιστίνη, Αίγυπτο και Ισπανία για το οποίο έγραψε 3 ταξιδιωτικά βιβλία. Επίσης δημοσίευσε μια έντονη κριτική κατά του Ναπολέοντα, γεγονός που οδήγησε στην εκτόπιση του από το Παρίσι και σε ανάδειξη του σε βασικό εκφραστή της αντιπολίτευσης. Όταν λοιπόν ανέβηκαν στην εξουσία οι Βουρβώνοι έγινε υπουργός όμως γρήγορα παραιτήθηκε αρνούμενος να συνεργαστεί με ανθρώπους της Επανάστασης που είχαν τρυπώσει και στη νέα διακυβέρνηση.
Το 1817 συνδέεται ερωτικά με την θρυλική μαντάμ Ρεκαμιέ ενώ ζούσε μαζί με την γυναίκα του ως φιλοξενούμενοι σε σπίτια φίλων και θαυμαστών καθώς είχαν μείνει χωρίς χρήματα. Το 1818 ίδρυσε μια εφημερίδα, και το 1820 διορίστηκε υπουργός εξωτερικών από την νέα κυβέρνηση. Το 1824 αποπέμπεται από την κυβέρνηση μετά από έντονες διαφωνίες με άλλα μέλη της, το 1825 δημοσιεύει το «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» με το οποίο υποστηρίζει σθεναρά την Ελλάδα και την επανάσταση του 1821. Το 1828 διορίζεται πρεσβευτής στην Αγία Έδρα και το 1830 αποσύρεται οριστικά από την πολιτική αρνούμενος να δώσει όρκο πίστης στον βασιλιά Λουδοβίκο Φίλιππο. Το 1836 και λόγω οικονομικών προβλημάτων δίνει σε εκδοτικό οίκο την αυτοβιογραφία του την οποία έγραφε για χρόνια και σκόπευε να επιτρέψει την έκδοσή της 50 χρόνια μετά τον θάνατο του. Το 1847 πέθανε η γυναίκα του, για την οποία είπε ότι πάντα σεβόταν αλλά ποτέ δεν αγάπησε. Τον επόμενο χρόνο, πέθανε κι ο ίδιος.