Αρχική Ποιητές Ποίημα
Κύρου Ανάβασις
Κύρου ἀνάβασις 4,5, 3-18
[3] Από εκεί προχωρούσαν μέσα από πολύ χιόνι στην πεδιάδα για τρεις σταθμούς, πέντε παρασάγγες. Και τον τρίτο σταθμό τον βάδισαν δύσκολα, γιατί φυσούσε βοριάς, που τους χτυπούσε κατά πρόσωπο κι έκαιγε τελείως τα πάντα και τους ανθρώπους.
[4] Τότε ένας απ᾽ τους μάντεις είπε να προσφέρουν θυσία στον άνεμο και πρόσφεραν. Και πράγματι όλοι το είδαν ολοφάνερα πως σταμάτησε η δύναμη του ανέμου. Αλλά του χιονιού το βάθος ήταν μια οργιά, γι᾽ αυτό χάθηκαν και υποζύγια και πολλοί αιχμάλωτοι και ως και τριάντα στρατιώτες.
[5] Τη νύχτα εκείνη την πέρασαν ανάβοντας φωτιές, γιατί τα ξύλα στο σταθμό ήταν άφθονα. Όσοι όμως έφθαναν αργά, δεν είχαν ξύλα. Εκείνοι λοιπόν που είχαν φθάσει πρώτα και είχαν ανάψει τη φωτιά, δεν άφηναν να πλησιάζουν σε αυτήν εκείνους που έρχονταν αργότερα, παρά μόνο αν τους έδιναν σιτάρι ή κάτι άλλο φαγώσιμο.
[6] Κατ᾽ αυτό τον τρόπο έδινε ο ένας στον άλλο ό,τι είχε ο καθένας. Κι όταν έκαιε η φωτιά έλιωνε το χιόνι και γίνονταν μεγάλοι λάκκοι μέχρι το έδαφος· εκεί, φυσικά, μπορούσε κανείς να μετρήσει το βάθος του χιονιού.
[7] Απ᾽ εκεί την επομένη ημέρα ολόκληρη βάδιζαν ανάμεσα στο χιόνι και πολλοί απ᾽ τους ανθρώπους κατεβλήθησαν από την πείνα. Και ο Ξενοφών που ηγείτο της οπισθοφυλακής και συναντούσε εκείνους που έπεφταν, δεν ήξερε τι πάθαιναν.
[8] Όταν όμως κάποιος από αυτούς που είχαν πείρα του είπε πως ήταν φανερό ότι είχαν εξαντληθεί από την πείνα και, αν φάνε κάτι, θα σηκωθούν, περιήλθε εκεί που ήταν τα υποζύγια κι όπου έβλεπε κάτι φαγώσιμο, το μοίραζε και έστελνε εκείνους που μπορούσαν να τρέχουν, για να τα δίνουν στους εξαντλημένους από την πείνα.
[9] Κι αυτοί όταν έτρωγαν κάτι, σηκώνονταν και προχωρούσαν. Και προχωρώντας ο Χειρίσοφος, προς το βραδάκι, φθάνει σ᾽ ένα χωριό και εμπρός από το τείχος του χωριού βρίσκει κοντά στη βρύση γυναίκες και κοπέλες από το χωριό.
[10] Αυτές τους ρωτούσαν ποιοι είναι. Κι ο διερμηνέας τούς είπε σε γλώσσα περσική ότι έρχονται από το βασιλιά προς το σατράπη. Εκείνες τότε τους είπαν ότι ο σατράπης δεν ήταν εκεί, αλλά ήταν ένα παρασάγγη μακριά. Κι οι Έλληνες επειδή ήταν αργά, μπήκαν μαζί με τις γυναίκες που έφερναν το νερό μέσα στο τείχος και πήγαν να βρουν τον αρχηγό του χωριού. [11] Ο Χειρίσοφος λοιπόν και όσοι από το στράτευμα μπορούσαν να βαδίσουν και να φθάσουν στο χωριό στρατοπέδευσαν εκεί, ενώ οι άλλοι στρατιώτες που δεν μπορούσαν να διανύσουν το δρόμο ως το χωριό, πέρασαν τη νύχτα χωρίς φαγητό και χωρίς φωτιά και γι᾽ αυτό και εδώ χάθηκαν μερικοί στρατιώτες.
[12] Από τους εχθρούς, εξ άλλου, τους ακολουθούσαν μερικές ομάδες και άρπαζαν όσα υποζύγια δεν μπορούσαν να βαδίσουν και μάλιστα μάλωναν μεταξύ τους γι᾽ αυτά. Από τους Έλληνες στρατιώτες επίσης έμεναν πίσω και όσοι από το χιόνι είχαν χάσει την όρασή τους και όσοι από το κρύο είχαν πάθει κρυοπαγήματα και τους είχαν σαπίσει τα δάχτυλα των ποδιών. [13] Προφυλακτικό μέσο για τα μάτια ήταν να κρατεί κανείς την ώρα της πορείας κάτι μαύρο πράγμα εμπρός στα μάτια του και για τα πόδια να κινείται συνεχώς και να μην σταματά καθόλου και τη νύχτα να βγάζει τα παπούτσια του.
[14] Γιατί όσοι κοιμόνταν με φορεμένα τα παπούτσια, τα λουριά των παπουτσιών χώνονταν μέσα στα πόδια και τα παπούτσια γύρω γύρω κοκάλιαζαν, γιατί τότε, επειδή τα παλαιά τους τα παπούτσια είχαν καταστραφεί, φορούσαν τσαρούχια, που είχαν φτιάξει από δέρματα βοδιών, που μόλις τα είχαν γδάρει.
[15] Εξ αιτίας λοιπόν αυτών των κακουχιών μερικοί στρατιώτες έμεναν πίσω και όταν είδαν μια τοποθεσία που ήταν μαύρη, γιατί εκεί δεν υπήρχε χιόνι, συμπέραιναν πως είχε λιώσει. Και πράγματι, το χιόνι είχε λιώσει εξαιτίας μιας βρύσης, η οποία εκεί κοντά, σε μια δασώδη κοιλάδα, έβγαζε ατμούς. Προς τα εκεί οι στρατιώτες, ξεστρατίζοντας, κάθιζαν και αρνιόταν να συνεχίσουν την πορεία.
[16] Ο Ξενοφών τότε, που διοικούσε τους οπισθοφύλακες, μόλις το αντελήφθη, τους παρακαλούσε με κάθε τρόπο και με κάθε τέχνασμα να μη μένουν πίσω, λέγοντάς τους ότι ακολουθούν εχθροί πολλοί, συγκεντρωμένοι, και στο τέλος χρησιμοποιούσε και το θυμό. Εκείνοι όμως τον παρακαλούσαν να τους σφάξει, γιατί δεν θα μπορούσαν να προχωρήσουν.
[17] Τότε του φάνηκε πως το καλύτερο που είχε να κάμει ήταν να προκαλέσει φόβο στους εχθρούς που ακολουθούσαν, αν μπορούσε, ώστε να μην επιτεθούν στους άρρωστους αυτούς στρατιώτες. Ήταν πια σκοτάδι, όταν οι εχθροί πλησίαζαν με θόρυβο μεγάλο, γιατί μάλωναν για εκείνα που είχαν αρπάξει.
[18] Τότε λοιπόν οι στρατιώτες της οπισθοφυλακής, που ήταν υγιείς, πετάχτηκαν επάνω κι έτρεξαν εναντίον των εχθρών και παράλληλα οι άρρωστοι φωνάζοντας όσο γινόταν δυνατότερα και χτυπούσαν τις ασπίδες με τα δόρατα. Κατόπιν αυτών οι εχθροί φοβήθηκαν και ρίχθηκαν μέσα από τα χιόνια στη δασώδη κοιλάδα και δεν ακούστηκε πια από πουθενά φωνή εχθρική.
← Επιστροφή στην αρχική