Ο λύκος της Στέπας
1927
Το βλέμμα ήταν περισσότερο θλιμμένο παρά ειρωνικό. Ήταν χαώδες και
απελπιστικά λυπημένο. Το περιεχόμενο του ήταν κατά κάποιο τρόπο μία
ήρεμη και σίγουρη απελπισία που είχε αποκτήσει μία συνηθισμένη
μορφή. Με την απελπισμένη λάμψη του φώτιζε όχι μόνο το πρόσωπο του
ματαιόδοξου ομιλητή ούτε ειρωνευόταν και καταδίκαζε μόνο την
κατάσταση της στιγμής, την προσδοκία και την διάθεση του κοινού, τον
κάπως προκλητικό τίτλο της ομιλίας, αλλά και το βλέμμα εκείνο του
Λύκου της Στέπας διαπερνούσε ολόκληρη την εποχή μας, όλα τα περίεργα
και φανταχτερά καμώματα μας, όλες τις προσπάθειες, ολόκληρη την
ματαιοδοξία, ολόκληρο το επιφανειακό παιχνίδι μια φαντασμένης και
ρηχής πραγματικότητας.
Και δυστυχώς, το βλέμμα εκείνο προχωρούσε πιο βαθιά, πήγαινε πιο
μακριά και όχι μόνο στα ελαττώματα και τον απελπισμό του καιρού μας,
της πνευματικότητας και του πολιτισμού μας. Πήγαινε ως το βάθος της
καρδιάς ολόκληρης της ανθρωπότητας, μιλούσε πειστικά και φανέρωνε
σε μία μόνη στιγμή ολόκληρη την αμφιβολία ενός στοχαστή ίσως ενός
ειδικού γνώστη της αξιοπρέπειας και του νοήματος της ανθρώπινης ζωής
γενικά.
Το βλέμμα του έλεγε: Κοίταξε τι πίθηκοι είμαστε ! Κοίταξε τι ειναι ο
άνθρωπος ! Έτσι η δόξα, η εξυπνάδα, τα προτερήματα του πνεύματος,
όλοι οι δρόμοι προς την ανύψωση, μεγαλεία και ανθρώπινος χρόνος
γινόταν ένα παιχνίδι πιθήκων! Στο διάστημα εκείνο διαρκώς σκεφτόμουν
πως η αρρώστια του δεν προερχόταν από κανένα φυσικό ελάττωμα, αλλά
αντίθετα από τον πλούσιο και προικισμένο εσωτερικό του κόσμο που δεν
εναρμονιζόταν προς το εξωτερικό περιβάλλον. Κατάλαβα πως ήταν μία
μεγαλοφυΐα του πάθους. Είχε σύμφωνα με μερικές σοφές παρατηρήσεις
του Νίτσε, μέσα του μία μεγαλοφυή, απεριόριστη και φοβερή ικανότητα
για τον πόνο.
Συνάμα συνειδητοποίησα πως η βάση της απαισιοδοξίας του δεν ήταν η
περιφρονητική στάση του προς τον κόσμο, αλλά ηαυτοπεριφρόνηση.
Γιατί ενώ μιλούσε αμείλιχτα και επιθετικά για θεσμούς και πρόσωπα,
πάντοτε τα πρώτα βέλη τα έριχνε εναντίον του εαυτού του. Μισούσε και
αρνιόταν πρώτο τον εαυτό του.
Ολόκληρη λοιπόν η μεγαλοφυΐα της φαντασίας του και η δύναμη του
στοχασμού του επί χρόνια κατευθύνονταν εναντίον του εαυτού του,
εναντίον μιας αθώας και ευγενικής ύπαρξης. Έτσι θα μπορούσαμε να
πούμε, πως ολοένα και γινόταν σε μεγαλύτερο βαθμό χριστιανός και
μάρτυρας, γιατί κάθε οξύτητα, κάθε κριτική, κάθε μοχθηρία κάθε μίσος,
για το οποίο ήταν ικανός και όλα αυτά, προπαντός άλλου και καταρχήν,
τα φόρτωνε στον εαυτό του. Το «αγαπάτε αλλήλους» είχε τόσο πολύ
ενσωματωθεί μέσα του, όσο και η δύναμη της αυτοπεριφρόνησης.
[…………………………………………………]
Για να ζήσεις με ένταση, πρέπει να θυσιάσεις το Εγώ σου. Ο αστός όμως
δεν εκτιμά τίποτα περισσότερο από το Εγώ του (ένα Εγώ στοιχειωδώς
ανεπτυγμένο). Με την θυσία της έντασης λοιπόν πετυχαίνει την
συντήρηση και την σιγουριά κι αντί της θεϊκής κυριαρχίας κερδίζει την
ήσυχη συνείδηση αντί της ηδονής, την βολή του αντί της ελευθερίας, την
άνεση αντί της θανάσιμης πυράς την ευχάριστη θερμοκρασία. Γι’ αυτό ο
αστός, εξαιτίας της φύσης του, είναι ένα πλάσμα φοβισμένο κι έντρομο
για κάθε αποκάλυψη του εαυτού του. Γι’ αυτό και τοποθέτησε την
πλειοψηφία στην θέση της δύναμης, το νόμο στην θέση της βίας και την
διαδικασία της ψηφοφορίας στην θέση της ευθύνης…
Ο Λύκος της Στέπας υποψιάζεται πως η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι κάτι
το παγιωμένο, αλλά μια απαίτηση του πνεύματος, ένα μακρινό, ποθητό
μα και φοβερό ενδεχόμενο και πως ο δρόμος για τον
«άνθρωπο» έχει διανυθεί (ένα κομμάτι του μόνο), ακριβώς από εκείνους
τους ελάχιστους, που σήμερα τους στήνουν ικριώματα κι αύριο μνημεία
για να τους τιμήσουν. Αυτό όμως που, σ’ αντίθεση με τον
«λύκο», αποτελεί «άνθρωπο», δεν είναι παρά ο μετριοπαθής άνθρωπος
του αστικού συμβιβασμού. Ο Χάρρυ βέβαια μπορεί να υποψιάζεται το
δρόμο για τον αληθινό άνθρωπο, το δρόμο για την αθανασία, κι ίσως να
έχει διανύσει διστακτικά ένα κομμάτι του, πληρώνοντάς το με ισχυρούς
πόνους κι οδυνηρή απομόνωση, όμως φοβάται από τα τρίσβαθα της
ψυχής του ν’ αποδεχτεί και να επιζητήσει εκείνη την υψηλή, την γνήσια
απαίτηση του πνεύματος, τον εξανθρωπισμό, το μοναδικό στενό δρόμο
προς την αθανασία. Και δεν έχει κι άδικο, γιατί αυτό θα του προκαλούσε
ακόμα μεγαλύτερους πόνους, θα τον οδηγούσε στον αφανισμό, στην
τελευταία παραίτηση, μπορεί και στο ικρίωμα, κι αν τον δελεάζει η
αθανασία, που θα έβρισκε στο τέλος αυτού του δρόμου, δεν είναι
πρόθυμος να υποφέρει όλους αυτούς τους πόνους, να πεθάνει όλους
αυτούς τους θανάτους για να την κατακτήσει. Παρόλο που έχει
συνειδητοποιήσει, περισσότερο από έναν αστό, το σκοπό αυτού του
εξανθρωπισμού, κλείνει τα μάτια και δεν θέλει να ξέρει πως η
απελπισμένη προσκόλληση στο Εγώ, η απελπισμένη επιθυμία του να μην
πεθάνει, είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για τον αιώνιο θάνατο, ενώ η
επιλογή του θανάτου, το ξεγύμνωμα από το περίβλημα της εμπειρίας κι η
αιώνια προσφορά του Εγώ, οδηγούν στην αθανασία.…
Η αρχή των πραγμάτων δεν είναι ούτε η αθωότητα, ούτε η απλότητα κι
όλα τα δημιουργήματα, ακόμα και τα φαινομενικά απλούστερα, είναι ήδη
ένοχα, είναι ήδη πολύπλοκα, είναι πεταγμένα στο βρώμικο ρεύμα του
γίγνεσθαι και δεν μπορούν ποτέ, μα ποτέ πια να κολυμπήσουν ενάντια
στο ρεύμα αυτό. Ο δρόμος για την αθωότητα, για το αδημιούργητο, για το
Θεό, δεν οδηγεί προς τα πίσω, αλλά προς τα μπροστά, όχι προς το λύκο
(την φύση) ή προς το παιδί, αλλά πιο κοντά προς την αμαρτία, πιο βαθιά
προς τον εξανθρωπισμό. Ακόμα κι η αυτοκτονία, φτωχέ μου Λύκε της
Στέπας, δεν θα σ’ ωφελούσε. Θα πρέπει ν’ ακολουθήσεις το μακρύτερο,
τον κουραστικότερο και τον δυσκολότερο δρόμο, τον δρόμο του
εξανθρωπισμού, θα πρέπει να πολλαπλασιάσεις την διπλή του φύση, θα
πρέπει να κάνεις ακόμα πιο πολύπλοκη την πολυπλοκότητά σου. Θα
πρέπει, αντί να στενέψεις τον κόσμο σου και ν’ απλουστέψεις την ψυχή
σου, να τον διευρύνεις και θα πρέπει τελικά να δεχτείς στην πονεμένη,
διευρυμένη σου ψυχή ολόκληρο τον κόσμο για να φτάσεις ίσως κάποτε
στο τέλος, στην ηρεμία. Αυτόν τον δρόμο ακολούθησε κι ο Βούδας και
κάθε μεγάλος άνθρωπος, άλλος συνειδητά κι άλλος ασυνείδητα, όσο
επέτρεπε τον καθένα η τόλμη του. Κάθε γέννηση σημαίνει κι έναν
χωρισμό απ’ το σύμπαν, μια οριοθέτηση, έναν αποχωρισμό απ’ τον Θεό
και μια οδυνηρή αναγέννηση. Η επιστροφή στο σύμπαν, η κατάργηση της
οδυνηρής εξατομικεύσεως, η θεοποίηση επιτυγχάνεται μόνο όταν
διευρύνεις τόσο την ψυχή σου, που να μπορέσεις ν’ αγκαλιάσεις ξανά το
σύμπαν.