Σύννεφο με Παντελόνια
(ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ)
Τη σκέψη σας,
που ονειροπολεί μέσα στο πλαδαρό μυαλό,
σαν χορτάτος υπηρέτης πάνω σε λιγδιασμένο καναπέ,
θα τη σαρκάσω
με το ματωμένο κουρέλι της καρδιάς μου.
Χορταστικά ειρωνικός,
ξεδιάντροπος και καυστικός.
Ούτε μία γκρίζα τρίχα δεν έχω στην ψυχή μου,
ούτε τη γεροντική τρυφερότητα.
Με τη βροντή της φωνής μου
σείω τον κόσμο.
Έρχομαι —
όμορφος,
στα είκοσι δύο μου χρόνια.
Τρυφεροί άνθρωποι,
εσείς ακουμπάτε τον έρωτά σας
πάνω σ' ένα βιολί.
Οι πιο τραχιοί
τον ακουμπούν πάνω σ' ένα τύμπανο.
Μα δεν μπορείτε,
όπως εγώ,
να γυρίσετε τον εαυτό σας
ολόκληρο από μέσα προς τα έξω,
ώστε να απομείνουν
μονάχα χείλη.
Βγείτε έξω
από τα βελούδινα σαλόνια σας
και μάθετε,
ευπρεπείς γραφειοκράτες
των αγγελικών ταγμάτων.
Κι εσείς, κυρίες,
που ξεφυλλίζετε τα χείλη σας
όπως η μαγείρισσα
το βιβλίο των συνταγών της.
Αν θέλετε,
θα γίνω άγρια σάρκα.
Ή,
αν θέλετε,
καθώς αλλάζει χρώματα ο ουρανός,
θα γίνω απέραντα τρυφερός —
όχι άνθρωπος,
αλλά
ένα σύννεφο με παντελόνια.
Δεν υπάρχει η ανθισμένη Νίκαια!
Κι όμως,
πάλι θα τραγουδήσω
τους άντρες που είναι ξαπλωμένοι σαν νοσοκομεία
και τις γυναίκες
που έχουν φθαρεί σαν παροιμίες.