Αρχική Ποιητές Ποίημα
11
Το χθες γέννησε τη μέρα που ζεις·
η αυριανή ίσως φέρει σιωπή, δόξα ή απόγνωση.
Πιες· δεν γνωρίζεις από πού ήρθες ούτε γιατί,
πιες· δεν γνωρίζεις για ποιον δρόμο φεύγεις.
12
Στου αφανισμού την έρημο σταθείτε μια στιγμή·
απ' της ζωής την όαση λίγη δροσιά να πιείτε.
Το μέγα καραβάνι ετοιμάστηκε με το χάραμα
και παίρνει τον δρόμο για την αυγή του Τίποτε. Βιαστείτε!
13
Ο φόβος του θανάτου — πίστεψέ με — δεν με αγγίζει·
πιο φοβερή είναι η ζωή και όσα η μοίρα ετοιμάζει.
Δανεική ήταν η ψυχή μου όταν μου δόθηκε·
και θα την επιστρέψω όταν πίσω μου κλείσει η θύρα.
14
Κι αν ήρθα, τίποτε δεν κέρδισε η γη από μένα·
κι αν φύγω, τίποτε δεν πρόκειται να χάσει.
Μα ποιος θα μου εξηγήσει ποτέ
τον ερχομό και την αναχώρηση, τη γέννηση και τον θάνατο;
15
Γιόρταζε· κι αν θέλεις τις λύπες σου να διώξεις, πιες.
Στην αδικία αντιπαράθεσε τη δικαιοσύνη.
Αφού όλα καταλήγουν στο ίδιο Μηδέν,
γέμισε το κρασοκάνατο και μοίρασε το κρασί.
← Επιστροφή στην αρχική