16
Και τους σοφούς και τους αγίους, μ' όλη τους τη σοφία,
τους ξάπλωσαν κι αυτούς στο ίδιο παγωμένο χώμα.
Πού είναι τώρα οι προφητείες τους; Πού χάθηκαν τα λόγια τους,
που κάποτε μιλούσαν με σοφία και τώρα σιώπησαν στο χώμα;
17
Αυτός ο θόλος, κάτω απ' τον οποίο όλοι περιπλανιόμαστε,
είναι του Αλλάχ ένα μεγάλο θέατρο σκιών.
Λυχνάρι του ο ήλιος, σκηνή του ο κόσμος·
κι εμείς, σκιές περαστικές, παίζουμε τον ρόλο μας και χάνονται.
(Εδώ άλλαξα αρκετά τον τελευταίο στίχο, γιατί η εικόνα του «θεάτρου σκιών» γίνεται πιο καθαρή.)
18
Κανείς δεν σου υπόσχεται την αυριανή ημέρα.
Γι' αυτό, θνητή ψυχή, χαμογέλα στο φως του φεγγαριού.
Ίσως μια νύχτα το φεγγάρι να μας αναζητήσει
κι εμείς να έχουμε κιόλας φύγει.
19
Δεν πίνω το κρασί γιατί αγαπώ τη μέθη,
ούτε για να χαθώ στις ηδονές του κόσμου.
Πίνω για να βγω για λίγο έξω από τον εαυτό μου·
γι' αυτό γεμίζω το ποτήρι μου.
20
Σήκω και γέμισέ μου το ποτήρι· τα λόγια δεν ωφελούν.
Απόψε, το φιλί σου είναι ολόκληρος ο κόσμος μου.
Κι όσο για τις υποσχέσεις και τις αμαρτίες μου,
είναι μπερδεμένες σαν τις μπούκλες των μαλλιών σου.
21
Τι άλλο ζητώ; Ένα ποτήρι κρασί και λίγους στίχους,
λίγο ψωμί, όσο χρειάζεται για να ζω·
κι εσένα πλάι μου, ακόμη κι αν βρισκόμαστε στην έρημο—
δεν θα τ' αντάλλαζα ποτέ ούτε με τον θρόνο ενός Σουλτάνου.