Αρχική Ποιητές Ποίημα
Η Όμορφη Κυρία χωρίς Έλεος
1819
*(La Belle Dame sans Merci)*

Δυστυχισμένε, τι γυρεύεις
εδώ μονάχος, τόσο χλωμός;
Της λίμνης ξεράθηκαν τα βρύα,
κι ούτε ένα πουλί δεν κελαηδά.

Δυστυχισμένε, γιατί είσαι
τόσο εξαντλημένος κι ωχρός;
Ο σκίουρος γέμισε την αποθήκη του
κι ο θερισμός έχει τελειώσει.

Στο μέτωπό σου βλέπω ένα κρίνο,
τη δροσιά της αγωνίας.
Και στο μάγουλό σου ένα ρόδο
μαραίνεται κιόλας πρόωρα.

Είδα μια όμορφη κυρία στα λιβάδια,
παιδί των νεράιδων·
είχε μακριά μαλλιά, ανάλαφρο βήμα
και μάτια άγρια, μαγεμένα.

Την ανέβασα στ’ άλογό μου,
κι όλο τον κόσμο ξέχασα.
Έγερνε πάνω μου
και τραγουδούσε ένα ξωτικό τραγούδι.

Της έπλεξα στεφάνι για τα μαλλιά,
βραχιόλια και αρωματική ζώνη.
Με κοίταζε σαν να μ’ αγαπούσε
κι αναστέναζε γλυκά.

Μου χάρισε γλυκές ρίζες,
άγριο μέλι και μάννα δροσερό,
και στη γλώσσα των ξωτικών μου είπε:
«Σ’ αγαπώ αληθινά.»

Με οδήγησε στη νεραϊδοσπηλιά της.
Εκεί αναστέναξε βαθιά.
Φίλησα τα άγρια, θλιμμένα μάτια της,
ώσπου έκλεισαν στον ύπνο.

Κοιμήθηκα πάνω στα βρύα
κι είδα ένα όνειρο—
το τελευταίο όνειρο
που είδα ποτέ.

Είδα βασιλιάδες χλωμούς σαν τον θάνατο,
πρίγκιπες και πολεμιστές,
που φώναζαν όλοι:
«Η Όμορφη Κυρία χωρίς Έλεος
σε κρατά αιχμάλωτό της!»

Κι είδα τα άσαρκα χείλη τους,
ορθάνοιχτα μέσα στο σκοτάδι,
σαν φοβερή προειδοποίηση.
Κι όταν ξύπνησα,
βρισκόμουν εδώ,
στην παγωμένη πλαγιά του λόφου.

Γι’ αυτό περιπλανιέμαι ακόμη,
μόνος και χλωμός,
αν και της λίμνης ξεράθηκαν τα βρύα
κι ούτε ένα πουλί δεν κελαηδά.
Την ανέβασα στ’ άλογό μου,
κι όλο τον δρόμο δεν έβλεπα
παρά μόνο εκείνη.
Γερμένη πάνω μου,
τραγουδούσε ένα παράξενο,
ξωτικό τραγούδι.

Της έπλεξα στεφάνι για τα μαλλιά,
βραχιόλια και ζώνη από ευωδιαστά λουλούδια.
Με κοίταζε σαν να μ’ αγαπούσε
και αναστέναζε γλυκά.

Μου πρόσφερε γλυκές ρίζες,
άγριο μέλι και δροσερό μάννα,
και στη γλώσσα των ξωτικών μού ψιθύρισε:
«Σ’ αγαπώ αληθινά.»

Με οδήγησε στη νεραϊδοσπηλιά της.
Εκεί δάκρυσε βαθιά,
κι εγώ φίλησα τα άγρια,
θλιμμένα μάτια της,
ώσπου έκλεισαν απαλά στον ύπνο.

Με αποκοίμισε
πάνω στα μαλακά βρύα.
Κι εκεί είδα ένα όνειρο—
το πιο τρομερό όνειρο
που γνώρισα ποτέ.

Είδα βασιλιάδες χλωμούς σαν τον θάνατο,
πρίγκιπες και ξακουστούς πολεμιστές,
όλους τους ωχρούς,
όλους να φωνάζουν:

«Η Όμορφη Κυρία χωρίς Έλεος
σε κρατά αιχμάλωτό της!»

Με τα άσαρκα χείλη τους
ορθάνοιχτα μέσα στο σκοτάδι,
μου έστελναν τη φρικτή προειδοποίηση.

Ξύπνησα τότε,
μονάχος,
στην παγωμένη πλαγιά του λόφου.

Γι' αυτό περιπλανιέμαι ακόμη,
μόνος και χλωμός,
αν και της λίμνης ξεράθηκαν τα βρύα
κι ούτε ένα πουλί δεν κελαηδά.

← Επιστροφή στην αρχική