Λόρδος Τζιμ
1900
[Επιλεγμένα Αποσπάσματα]
Ρίγησε ελαφρά και τον είδα να σηκώνεται αργά, σαν ένα αόρατο, σταθερό χέρι να τον τραβούσε από τα μαλλιά έξω από την καρέκλα. Σηκώθηκε αργά, ώσπου στάθηκε στο πλήρες ανάστημά του. Όταν τα γόνατά του κλείδωσαν άκαμπτα, το αόρατο χέρι τον άφησε, κι εκείνος ταλαντεύτηκε ελαφρά. Στο πρόσωπό του, στις κινήσεις του, ακόμη και στη φωνή του, υπήρχε μια ανατριχιαστική ακινησία όταν είπε:
«Φώναζαν...»
Άθελά μου τέντωσα τ’ αυτιά μου, σαν να περίμενα να ακούσω το φάντασμα εκείνης της κραυγής να αναδύεται μέσα από την απόκοσμη σιωπή.
«Υπήρχαν οκτακόσιοι άνθρωποι πάνω σ’ εκείνο το πλοίο», είπε, καρφώνοντάς με στη θέση μου με ένα τρομακτικά άδειο βλέμμα. «Οκτακόσιοι ζωντανοί άνθρωποι. Και όλοι φώναζαν στον έναν νεκρό να κατέβει για να σωθεί.
“Πήδα, Τζορτζ! Πήδα! Θεέ μου, πήδα!”
Στεκόμουν δίπλα στον μηχανισμό της λέμβου. Ήμουν απόλυτα ήρεμος. Είχε πια σκοτεινιάσει τόσο, που δεν ξεχώριζες ούτε ουρανό ούτε θάλασσα. Άκουγα μόνο τη βάρκα να χτυπάει στα πλευρά του πλοίου — γδούπ... γδούπ... — κι έπειτα, για λίγο, τίποτε άλλο εκεί κάτω. Το πλοίο όμως γύρω μου έβριθε από φωνές.
Ξαφνικά ο καπετάνιος ούρλιαξε:
“Mein Gott! Η μπόρα! Η μπόρα! Απομακρυνθείτε!”
Με το πρώτο σφύριγμα της βροχής και την πρώτη ριπή του ανέμου, ακούστηκαν πάλι οι κραυγές:
“Πήδα, Τζορτζ! Θα σε πιάσουμε! Πήδα!”
Το πλοίο άρχισε να βυθίζεται αργά. Η βροχή το σάρωνε σαν φουρτουνιασμένη θάλασσα. Το πηλήκιό μου το άρπαξε ο άνεμος. Η ανάσα μου κόπηκε. Κι ύστερα άκουσα, σαν να βρισκόμουν στην κορυφή ενός πύργου, μια τελευταία άγρια κραυγή:
“Τζορρρτζ!... Πήδα!”
Το πλοίο χανόταν. Βυθιζόταν με την πλώρη προς τα κάτω... κάτω από τα πόδια μου...
---
Σήκωσε αργά το χέρι στο πρόσωπό του και έκανε με τα δάχτυλά του μικρές κινήσεις, σαν να προσπαθούσε να απομακρύνει αόρατους ιστούς αράχνης. Ύστερα κοίταξε την ανοιχτή παλάμη του για λίγες στιγμές και, σχεδόν ψιθυρίζοντας, είπε:
«Είχα πηδήξει...»
Σταμάτησε απότομα και χαμήλωσε το βλέμμα.
«Έτσι φαίνεται», πρόσθεσε ύστερα από λίγο.
---
«Χιλιάδες από εμάς περιπλανιόμαστε στα πέρατα της γης — άλλοι ένδοξοι, άλλοι άγνωστοι — κυνηγώντας πέρα από τις θάλασσες τη δόξα, τον πλούτο ή απλώς ένα κομμάτι ψωμί. Κι όμως πιστεύω πως, για τον καθένα μας, η επιστροφή στην πατρίδα μοιάζει με απολογία.
Γυρίζουμε για να αντικρίσουμε τους ανωτέρους μας, τους συγγενείς μας, τους φίλους μας· εκείνους που υπακούμε και εκείνους που αγαπάμε.
Αλλά ακόμη κι όσοι δεν έχουν ούτε οικογένεια ούτε φίλους — οι πιο ελεύθεροι, οι πιο μοναχικοί, όσοι δεν λογοδοτούν σε κανέναν και δεν τους δένει τίποτε — ακόμη κι αυτοί οφείλουν να συναντήσουν το πνεύμα που κατοικεί μέσα στη γη της πατρίδας τους: κάτω από τον ουρανό της, μέσα στον αέρα της, στις κοιλάδες και στους λόφους της, στα χωράφια, στα νερά και στα δέντρα της.
Έναν σιωπηλό φίλο.
Έναν δικαστή.
Έναν εμπνευστή.»
---
«Οι κίνδυνοι της θάλασσας και των καταιγίδων έχουν αμέτρητες μορφές. Μόνο σπάνια, όμως, τα ίδια τα γεγονότα αποκτούν μια σκοτεινή πρόθεση· κάτι αδιόρατο που επιβάλλεται στον νου και στην καρδιά του ανθρώπου, κάνοντάς τον να αισθανθεί πως αυτή η αλληλουχία συμπτώσεων ή αυτή η μανία των στοιχείων της φύσης στρέφεται εναντίον του με συνειδητή κακία, με μια δύναμη ακατανίκητη και μια ανεξέλεγκτη αγριότητα.
Σαν να θέλει να του αποσπάσει κάθε ελπίδα και κάθε φόβο, να του στερήσει ακόμη και την κούραση ή τη λαχτάρα για ανάπαυση.
Σαν να θέλει να συντρίψει, να αφανίσει και να εξαφανίσει όλα όσα έχει δει, γνωρίσει, αγαπήσει, απολαύσει ή μισήσει.
Όλα όσα είναι πολύτιμα και αναγκαία.
Το φως του ήλιου.
Τις αναμνήσεις.
Το μέλλον.
Σαν να επιδιώκει να σβήσει ολόκληρο τον πολύτιμο κόσμο από μπροστά στα μάτια του με μία και μόνη, τρομακτική πράξη:
αφαιρώντας του τη ζωή.