Ο Κοιμισμένος της Ρεματιάς
1870
Είναι μια τρύπα πράσινη, όπου ένα ποτάμι ψάλλει,
τρελά μπλεγμένο σε ασημένιες κληματίδες.
Λαμπρός απ’ το περήφανο βουνό ο ήλιος ξεπροβάλλει·
είναι μια μικρή ρεματιά που αφρίζει από τις αχτίνες.
Στρατιώτης με στόμα ανοιχτό και γυμνό κεφάλι,
που σε γαλάζιο κάρδαμο το σβέρκο έχει ακουμπήσει,
λούζεται ωχρός μέσα στου ύπνου την αγκάλη,
κάτω από το σύννεφο, στη χλόη που το φως την βρέχει.
Κοιμάται!
Με τα πόδια του πατεί λουλούδια, μια ανεμώνη,
και μες στον ύπνο, σαν άρρωστο παιδί, χαμογελά.
Ω φύση! Λίκνισέ μου τον θερμά. Κρυώνει! Κρυώνει!
Γαλήνιος. Στο δεξί πλευρό
δύο κόκκινες τρύπες έχει.