Αρχική Ποιητές Ποίημα
Έμιλυ Μπροντέ, Ανεμοδαρμένα ύψη
1847
«Μα σκέψου, στα δώδεκά μου χρόνια να με ξεριζώσουν από το Σπίτι των Ανεμοδαρμένων, από όλα όσα γνώριζα κι αγαπούσα, και να με κάνουν κυρία Λίντον, σύζυγο ενός ξένου, αποκομμένη για πάντα από τον παλιό μου κόσμο! Βλέπεις πόσο τρομερό ήταν... Κι ας κουνάς το κεφάλι σου, Νέλλυ· κι εσύ έχεις το μερίδιο της ευθύνης σου. Έπρεπε να είχες μιλήσει στον Έντγκαρ, να τον είχες πείσει να μ' αφήσει ήσυχη... Ω, είμαι ολόκληρη ένα κλάμα! Μακάρι να βρισκόμουν έξω τώρα! Να ήμουν πάλι ένα μικρό κορίτσι, άγριο, ατρόμητο και ελεύθερο, που γελούσε με τις προσβολές και τα πειράγματα αντί να τρελαίνεται απ' αυτά! Γιατί άλλαξα τόσο; Γιατί δυο λόγια είναι αρκετά για να βάλουν φωτιά στο αίμα μου; Ω, είμαι βέβαιη πως θα ξανάβρισκα τον παλιό μου εαυτό, αν βρισκόμουν πάλι ανάμεσα στα ρείκια των βουνών μου! Άνοιξε το παράθυρο... ορθάνοιχτο! Κράτησέ το έτσι! Γρήγορα! Γιατί στέκεσαι ακίνητη;»

«Γιατί δεν σκοπεύω να σας αφήσω να παγώσετε», αποκρίθηκα.

«Δηλαδή μου αρνείσαι τον αέρα που με κρατά στη ζωή; Δεν είμαι ακόμη τόσο αδύναμη! Θα το ανοίξω μόνη μου!»

Ξεγλίστρησε από το κρεβάτι προτού προλάβω να τη συγκρατήσω, έφτασε ως το παράθυρο, το άνοιξε με ορμή και γέρνοντας προς τα έξω άφησε τον παγωμένο άνεμο να τη χτυπά αλύπητα στους ώμους. Όσα κι αν της είπα, δεν δεχόταν να απομακρυνθεί· ώσπου στο τέλος αναγκάστηκα να προσπαθήσω να την τραβήξω με τη βία.

[...]

Κάθριν

«Αν όλα τ' άλλα χάνονταν κι εκείνος έμενε, θα συνέχιζα να υπάρχω. Κι αν όλα τ' άλλα έμεναν κι εκείνος χανόταν, τότε ολόκληρο το σύμπαν θα γινόταν για μένα ένας απέραντος ξένος τόπος.»

Χήθκλιφ

«Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τη ζωή μου! Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την ψυχή μου!»

Κάθριν

«Ποιο νόημα θα είχε η ύπαρξή μου, αν περιοριζόταν μονάχα στον εαυτό μου; Οι μεγάλες μου δυστυχίες σ' αυτόν τον κόσμο ήταν οι δυστυχίες του Χήθκλιφ· τις είδα όλες, τις έζησα όλες από την πρώτη στιγμή. Η μεγάλη μου σκέψη στη ζωή είναι εκείνος. Αν όλα χάνονταν κι εκείνος έμενε, θα συνέχιζα να υπάρχω. Κι αν όλα έμεναν κι εκείνος χανόταν, τότε το σύμπαν θα γινόταν για μένα ένας ξένος και τρομακτικός τόπος. Δεν θα είχα πια θέση μέσα του.

Η αγάπη μου για τον Λίντον μοιάζει με το φύλλωμα του δάσους· ξέρω πως ο χρόνος θα την αλλάξει, όπως ο χειμώνας αλλάζει τα δέντρα. Η αγάπη μου για τον Χήθκλιφ μοιάζει με τους αιώνιους βράχους που βρίσκονται από κάτω· δεν προσφέρει πολλή χαρά, μα είναι αναγκαία όσο η ίδια η γη.

Νέλλυ, εγώ ΕΙΜΑΙ ο Χήθκλιφ. Είναι πάντοτε, πάντοτε μέσα στη σκέψη μου. Όχι σαν πηγή ευτυχίας — όπως ούτε ο ίδιος μου ο εαυτός είναι πάντα πηγή ευτυχίας — αλλά σαν την ίδια μου την ύπαρξη. Είναι ο ίδιος μου ο εαυτός.»
← Επιστροφή στην αρχική