Αρχική Ποιητές Ποίημα
Πλέοντας προς το Βυζάντιο
1.
Για γέροντες δεν είναι τούτη εδώ η χώρα.
Οι νέοι βρίσκονται σφιχτά αγκαλιασμένοι,
Στα δέντρα τα πουλιά –γενιές θνητές
Δίνονται στο άσμα που τα εμπνέει,
Κοπάδια σολωμοί, πυκνά στις θάλασσες σκουμπριά
Ψάρι, σαρκίο, και πουλί όλο το θέρος
Λέει τι συλαμβάνεται, γεννιέται και πεθαίνει.
Μέσα στην λάγνα τούτη μουσική όλα δείχνουν αδιαφορία
Για της αγέραστης διανόησης τα αιώνια μνημεία.
2.
Ο γερασμένος άνθρωπος δεν έχει πια γιατρειά,
Παλτό κουρέλι στο μπαστούνι στηριγμένο,
Εκτός αν η ψυχή ξεσπάσει σε τρανή λαλιά
Για του θνητού της ρούχου κομμάτι ξεσκισμένο,
Ούτε υπάρχει μουσική σχολή μονάχα μία
Που δεν φροντίζει τα έργα του δικού της μεγαλείου.
Έτσι λοιπόν αρμένισα τις θάλασσες και ήρθα
Στου Βυζαντίου την πόλη, την άγια κολυμπήθρα.
3.
Σοφοί που είσαστε στου Θεού το άγιο πυρ στημένοι,
Σαν στο χρυσό ψηφιδωτό ενός τοίχου
Βγείτε από το ιερό πυρ και, κυκλικά φερμένοι,
Μαέστροι να μου γίνεται του ψυχικού μου ήχου.
Να μου αλώστε την καρδιά. Του πόθου αρρωστημένη,
Δεμένη όντας στο κορμί αγριμιού που πεθαίνει
Τι είναι δεν γνωρίζει. Πάρτε με εσείς μαζί σας
Μέσα στης αιωνιότητας την τέχνη την δική σας.
4.
Σαν από την φύση βγω, τα φρένα μου δεν θα ζητάνε
Για του κορμιού μου μορφή κάτι από την φύση,
Μονάχα Ελλήνων χρυσικών μορφές θ’ αναζητάνε
Σαν που με δουλεμένο μάλαμα και φίλντισι
Ξύπνιο τον νυσταλέο ρήγα του κρατάνε,
Ή που σε χρυσά κλωνιά να ψάλουν έχουν στήσει
Στου Βυζαντίου τα άτομα τα τιμημένα
Για τα μελλούμενα, τα τωρινά, τα περασμένα.


(μτφ Μάριος Ραίζης,
από το περιοδικό ΔΕΝΤΡΟ, τεύχος 33, 3/1983)
← Επιστροφή στην αρχική