Αρχική Ποιητές Ποίημα
Οζυμανδίας
1818
Συνάντησα έναν ταξιδιώτη από χώρα αρχαία,
που μου είπε: «Δυο πελώρια, ακέφαλα πόδια από πέτρα
στέκουν στην έρημο. Κοντά τους, πάνω στην άμμο,
μισοθαμμένο κείτεται ένα συντριμμένο πρόσωπο,
με συνοφρυωμένο βλέμμα, ζαρωμένα χείλη
κι ένα μειδίαμα ψυχρής προσταγής·
μαρτυρούν πως ο γλύπτης του απέδωσε πιστά
τα πάθη που ακόμη επιζούν
χαραγμένα πάνω σ’ αυτά τα άψυχα ερείπια,
το χέρι που τα αποτύπωσε
και την καρδιά που τα γέννησε.

Και πάνω στο βάθρο διαβάζονται τα λόγια:
«Το όνομά μου είναι Οζυμανδίας, Βασιλιάς των Βασιλιάδων·
δείτε τα έργα μου, πανίσχυροι, και απελπιστείτε!»

Τίποτε άλλο δεν απέμεινε.
Γύρω από τη φθορά εκείνου του κολοσσιαίου ερειπίου,
απέραντη και γυμνή,
η μοναχική, επίπεδη έρημος απλώνεται ως τον ορίζοντα.

← Επιστροφή στην αρχική