Κεφάλαιο XIV
1951
Από το «Αετός ή Ήλιος;» (Águila o Sol?)
Με κόπο,
προχωρώντας χιλιοστό το χιλιοστό,
χρόνο με τον χρόνο,
ανοίγω έναν δρόμο
μέσα στον βράχο.
Εδώ και αιώνες
τα δόντια μου φθείρονται,
τα νύχια μου σπάνε,
προσπαθώντας να φτάσω
στην άλλη όχθη,
στο φως,
στον καθαρό, ελεύθερο αέρα.
Και τώρα,
που τα χέρια μου ματώνουν
και τα δόντια μου
είναι έτοιμα να θρυμματιστούν,
μέσα σε μια κοιλότητα
σκαμμένη
από τη δίψα
και τη σκόνη,
να σταματήσω άραγε
και να κοιτάξω
όσα κατάφερα;
Πέρασα το δεύτερο μισό της ζωής μου
σπάζοντας πέτρες,
τρυπώντας τείχη,
γκρεμίζοντας πύλες,
παραμερίζοντας
όλα τα εμπόδια
που εγώ ο ίδιος
είχα υψώσει
ανάμεσα στο φως
και σε μένα
κατά το πρώτο μισό
της ζωής μου.