Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνεΔιάβασε ολόκληρο το ποίημα Μαγιακόφσκι · Ελευθερία έκφρασης
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.
Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.
Ώσπου μια μέρα
-την πιο διάφανη απ’ όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.
Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα
8 ποιήματα για το θάρρος
Ανακάλυψε ποιήματα για το θάρρος μέσα από τη φωνή σημαντικών ποιητών. Στίχοι που προσεγγίζουν το συναίσθημα μέσα από διαφορετικές εποχές και προσωπικές εμπειρίες.
Εκεί όπου ο νους είναι δίχως φόβοΔιάβασε ολόκληρο το ποίημα Ταγκόρ · Εκεί όπου ο νους είναι δίχως φόβο
κι όπου το κεφάλι στέκεται ψηλά·
εκεί όπου η γνώση είναι ελεύθερη·
εκεί όπου ο κόσμος δεν έχει κομματιαστεί
από τα στενά τείχη των προκαταλήψεων·
εκεί όπου τα λόγια αναβλύζουν
από τα βάθη της αλήθειας·
εκεί όπου η ακούραστη προσπάθεια
απλώνει τα χέρια της προς την τελειότητα·
εκεί όπου το καθάριο ρεύμα της λογικής
δεν χάνεται στην άνυδρη έρημο
της νεκρής συνήθειας·
εκεί όπου Εσύ οδηγείς τον νου
σε ολοένα πιο πλατιά σκέψη και δράση·
σε εκείνον τον ουρανό της ελευθερίας, Πατέρα μου,
ας ξυπνήσει η πατρίδα μου.
Λίγο το κέρδος για έναν αδρανή βασιλιά,Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Τέννυσον · Οδυσσέας
στην ήρεμη αυτή γωνιά, ανάμεσα στους άγονους βράχους,
πλάι σε μια γερασμένη γυναίκα,
να μοιράζω άνισους νόμους
σε έναν άγριο λαό,
που αποθηκεύει, τρώει και κοιμάται
και δεν με γνωρίζει καθόλου.
Δεν μπορώ να ησυχάσω από την περιπλάνηση·
θα πιω τη ζωή ως την τελευταία της σταγόνα.
Όλες τις φορές που χάρηκα υπερβολικά,
υπέφερα και υπερβολικά,
με εκείνους που με αγαπούσαν
και μόνος, στα ακρογιάλια,
όταν οι άνεμοι αναστάτωναν τη σκοτεινή θάλασσα.
Έγινα γνωστός·
γιατί πάντοτε περιπλανιόμουν
με μια καρδιά πεινασμένη για νέες εμπειρίες.
Πολλά έχω δει και πολλά έχω μάθει·
πόλεις ανθρώπων και τα ήθη τους,
κλίματα, συμβούλια, κυβερνήσεις.
Δεν ήμουν ο τελευταίος ανάμεσά τους,
μα τιμήθηκα από όλους
και γνώρισα τη χαρά της μάχης
με τους συντρόφους μου,
μακριά,
στις ανεμοδαρμένες πεδιάδες της Τροίας.
Είμαι ένα κομμάτι από όλα όσα έχω συναντήσει.
Κι όμως, η εμπειρία είναι μια αψίδα,
μέσα από το άνοιγμά της
λάμπει ο αταξίδευτος κόσμος,
τα σύνορα του οποίου
σβήνουν ολοένα,
καθώς προχωρώ.
Πόσο βαρετό είναι να σταματάς,
να φτάνεις στο τέλος!
Να σκουριάζεις χωρίς να γυαλίζεις,
να μην αστράφτεις από τη χρήση!
Σαν να ήταν ζωή
μονάχα να αναπνέεις!
Οι ζωές συσσωρεύονται,
η μία πάνω στην άλλη,
κι από τη δική μου
μένουν τόσο λίγα.
Όμως κάθε ώρα που σώζεται
από την αιώνια σιωπή
φέρνει κάτι νέο·
και θα ήταν αχρείο
αν για τρεις ήλιους
αποθήκευα και φύλαγα τον εαυτό μου,
αυτό το γκρίζο πνεύμα
που λαχταρά να ακολουθήσει τη γνώση
σαν πεφταστέρι,
πέρα από το τελευταίο όριο
της ανθρώπινης σκέψης.
Αυτός είναι ο γιος μου,
ο δικός μου Τηλέμαχος,
στον οποίο αφήνω το νησί και το σκήπτρο.
Τον αγαπώ βαθιά·
κι εκείνον τον επιφορτίζω με αυτό το έργο.
Με σύνεση γνωρίζει πώς να ηρεμεί τον λαό
και να του δείχνει
το καλό και το χρήσιμο.
Άμεμπτος,
στο κέντρο της σφαίρας
των κοινών υποχρεώσεων,
είναι προορισμένος να μην αποτύχει
όταν χρειάζεται να δείξει τρυφερότητα
και την πρέπουσα λατρεία
στους θεούς του σπιτιού.
Αυτό θα κάνει όταν εγώ θα λείπω.
Εκείνος θα ασχολείται με το έργο του
κι εγώ με το δικό μου.
Να το λιμάνι.
Το καράβι σηκώνει πανιά.
Εκεί σκοτεινιάζει η ανοιχτή θάλασσα.
Οι ναύτες μου,
ψυχές δοκιμασμένες και πολύπαθες,
που μαζί μου έχουν σκεφτεί
και καλωσόρισαν χαρούμενα
την αστραπή και τη λιακάδα,
αντιστάθηκαν με ελεύθερη καρδιά
και ελεύθερο μέτωπο.
Κι εσείς κι εγώ έχουμε γεράσει.
Όμως ούτε η τιμή ούτε ο κόπος
ταιριάζουν λιγότερο στα γεράματα.
Ο θάνατος τα σβήνει όλα·
μα πριν από το τέλος
μπορεί ακόμη να γίνει
κάποιο ευγενικό έργο,
όχι ανάξιο,
ούτε προσπάθεια να παραβγούμε τους θεούς.
Τα φώτα αρχίζουν να σπινθηρίζουν
πάνω από τους βράχους.
Η μακρόσυρτη μέρα χλομιάζει.
Το αργό φεγγάρι ανεβαίνει.
Η βαθιά θάλασσα μουγκρίζει
με τις πολλές της φωνές.
Ελάτε, φίλοι μου.
Δεν είναι ακόμη αργά
για να αναζητήσουμε έναν καινούργιο κόσμο.
Σπρώξτε το καράβι
και, αφού πάρετε τις θέσεις σας,
χτυπήστε τις βουερές αυλακιές του νερού.
Κρατήστε σταθερή την πορεία
προς τον σκοπό μου,
πέρα από τη δύση του ήλιου
και πέρα από εκεί όπου
βυθίζονται τα δυτικά αστέρια,
μέχρι να πεθάνω.
Ίσως τα νερά να μας ξεβράσουν
στα ευτυχισμένα νησιά,
όπου θα συναντήσουμε
τον μεγάλο Αχιλλέα.
Πολλά έχουμε πράξει·
πολλά ακόμη απομένουν να πράξουμε.
Δεν είμαστε πια εκείνοι οι δυνατοί
που, στις παλιές ημέρες,
μπορούσαν να κινήσουν
ουρανό και γη.
Όμως είμαστε αυτό που είμαστε:
με ήρεμη διάθεση,
με ηρωικές καρδιές,
αποδυναμωμένοι από τον χρόνο και τη μοίρα,
μα με δυνατή θέληση
να παλέψουμε,
να αναζητήσουμε,
να βρούμε
και να μην υποχωρήσουμε.
[Μετάφραση για το hallofpeople.com/gr]
(Απόσπασμα)Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Εγγονόπουλος · Μπολιβάρ
Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους,
για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα,
τα γενναία, τα δυνατά,
Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε
στοιχείου, η σιγή,
γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι,
κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα
Των καραβιών και
γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες
των λιμανιών,
Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που
σωριαστήκανε στο πιο στενό,
πάλι του λιμανιού, σοκάκι,
Γι’ αυτούς οι κουλούρες
τ’ άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσίδες,
οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν
οσμή του πετρελαίου,
Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν,
Να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι
ολόφωτο μέσ’ στη
νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ’ ένα σκοπό του ταξιδιού: προς τ’ άστρα.
ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΔιάβασε ολόκληρο το ποίημα Καμόες · Λουδιάδες
**1**
Θα ψάλω την τόλμη και τους αγώνες
των ευγενών ηρώων, που από τη Δύση
και τις πορτογαλικές ακτές,
διασχίζοντας θάλασσες απάτητες,
πέρασαν μακρύτερα από την Ταπροβάνη.
Μέσα σε κινδύνους και πολέμους,
επιδεικνύοντας θάρρος μεγαλύτερο
απ’ όσο επιτρέπει η ανθρώπινη δύναμη,
ανάμεσα σε μακρινούς και άγνωστους λαούς
ίδρυσαν ένα νέο και ένδοξο βασίλειο.
**2**
Θα εξυμνήσω τις ηρωικές αρετές
εκείνων των αρχόντων
που κυριάρχησαν σε άπιστες χώρες
της Ασίας και της Αφρικής
και πάνω στα ερείπια της ειδωλολατρίας
έστησαν βασίλεια της πίστης.
Θα εξυμνήσω εκείνους τους πολεμιστές
που η τόλμη τους τούς έκανε αθάνατους.
Και, εάν η τέχνη και το πνεύμα με βοηθήσουν,
η φήμη τους θα κυριεύσει ολόκληρο τον κόσμο.
**3**
Ας μη γίνεται πλέον λόγος
για τις περίφημες περιπλανήσεις
του πολυμήχανου Οδυσσέα
και του ευσεβούς Αινεία.
Ας πάψει η εκατόστομη θεά
να διαλαλεί τις νίκες του Αλεξάνδρου
και του Τραϊανού.
Εγώ ψάλλω τα τέκνα του Λούσου,
που μόνο ο Άρης και ο Ποσειδώνας
θα μπορούσαν να ξεπεράσουν.
Ήρωες του Βιργιλίου και του Ομήρου,
ακούστε τους άθλους τους·
ξεπερνούν εκείνους των δικών σας ηρώων.
**4**
Κι εσείς, που ανάψατε
τη φαντασία μου με νέο ζήλο,
Νύμφες του Τάγου,
εάν υπήρξατε οι πρώτες μου αγάπες,
εάν τραγούδησα στις μαγευτικές σας όχθες,
χαρίστε τώρα στη φωνή μου υψηλότερο τόνο.
Δώστε στους στίχους μου αρμονία
τόσο λαμπρή και τόσο καθαρή,
ώστε ο θεός της Πίνδου
να εγκαταλείψει, για χάρη των δικών μας νερών,
τα κύματα της Ιπποκρήνης.
Μην φεύγεις ήσυχα μέσα στην καλή αυτή νύχτα,Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Τόμας Ντίλαν · Μην φεύγεις ήσυχα μέσα στην καλή αυτή νύχτα
Τα γηρατειά πρέπει να φλέγονται και να παραληρούν στο τέλος της μέρας·
Οργή, οργή ενάντια στο φως που σβήνει. Αν και οι σοφοί γνωρίζουν στο τέλος τους πως το σκοτάδι είναι δίκαιο,
Επειδή τα λόγια τους δεν γέννησαν αστραπές,
Δεν φεύγούν ήσυχα μέσα σ’ αυτή την καλή νύχτα.
Οι καλοί άνθρωποι, στο τελευταίο τους κύμα, Θρηνώντας πόσο λαμπρά θα μπορούσαν Οι εύθραυστες πράξεις τους να είχαν χορέψει σε έναν πράσινο κόλπο,
Οργίζονται, οργίζονται ενάντια στο φως που σβήνει.
Οι άγριοι άνθρωποι, που άρπαξαν και τραγούδησαν τον ήλιο στο πέταγμά του,
Και έμαθαν, πολύ αργά, πως θρήνησαν την πορεία του,
Δεν φεύγουν ήσυχα μέσα στην καλή αυτή νύχτα.
Οι αγέρωχοι άνθρωποι, κοντά στον θάνατο, με όραση που αστράφτει,
Βλέπουν πως τα τυφλά μάτια μπορούν να λάμψουν σαν μετεωρίτες και να χαρούν,
Οργίζονται, οργίζονται ενάντια στο φως που σβήνει.
Κι εσύ, πατέρα μου, εκεί στο θλιμμένο ύψωμα,
Κατάρα δώσε ή ευλόγησέ με τώρα με τα άγρια δάκρυά σου, σε παρακαλώ.
Μην φεύγεις ήσυχα μέσα στην καλή αυτή νύχτα,
Οργή, οργή ενάντια στο φως που σβήνει.
Θάνατε, μην περηφανεύεσαι,Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Ντον Τζον · Θάνατε, μην περηφανεύεσαι
έστω κι αν κάποιοι σε αποκαλούν
πανίσχυρο και τρομερό·
γιατί δεν είσαι τέτοιος.
Όσους νομίζεις πως κατατροπώνεις
δεν τους νικάς, φτωχέ Θάνατε,
ούτε κι εμένα μπορείς να με σκοτώσεις.
Από την ανάπαυση και τον ύπνο,
που είναι μονάχα εικόνες σου,
αντλούμε τόση ευχαρίστηση·
ακόμη περισσότερη, λοιπόν,
θα πρέπει να αντλήσουμε από εσένα!
Και οι καλύτεροι άνθρωποί μας
φεύγουν μαζί σου από νωρίς,
βρίσκοντας ανάπαυση για τα οστά τους
και λύτρωση για την ψυχή τους.
Είσαι σκλάβος της Μοίρας,
της Τύχης, των βασιλιάδων
και των απελπισμένων ανθρώπων·
και συντροφεύεις το δηλητήριο,
τον πόλεμο και την αρρώστια.
Και το όπιο ή τα μάγια
μπορούν να μας χαρίσουν ύπνο εξίσου όμορφο,
ή και καλύτερο από το χτύπημά σου.
Γιατί λοιπόν καυχιέσαι;
Ύστερα από έναν σύντομο ύπνο
θα ξυπνήσουμε στην αιωνιότητα,
και ο Θάνατος δεν θα υπάρχει πια.
Θάνατε, εσένα μέλλει να πεθάνεις.
InvictusΔιάβασε ολόκληρο το ποίημα Χένλευ Ουίλιαμ · Ανίκητος
Από τη νύχτα που με σκεπάζει,
μαύρη σαν την άβυσσο από άκρη σ’ άκρη,
ευχαριστώ όποιους θεούς κι αν υπάρχουν
για την ανίκητη ψυχή μου.
Στη σκληρή λαβή των περιστάσεων
δεν λύγισα ούτε φώναξα.
Κάτω από τα χτυπήματα της μοίρας
το κεφάλι μου είναι ματωμένο, μα όρθιο.
Πέρα από αυτόν τον τόπο της οργής και των δακρύων
προβάλλει η φρίκη της σκιάς,
κι όμως η απειλή των χρόνων
με βρίσκει και θα με βρει ατρόμητο.
Δεν έχει σημασία πόσο στενή είναι η πύλη,
πόσο γεμάτη τιμωρίες είναι η περγαμηνή.
Εγώ είμαι ο κύριος της μοίρας μου·
εγώ είμαι ο κυβερνήτης της ψυχής μου.
Εμφανίζονται 1–8 από 8 καταχωρίσεις