5 ποιήματα για τη γαλήνη

Ανακάλυψε ποιήματα για τη γαλήνη μέσα από τη φωνή σημαντικών ποιητών. Στίχοι που προσεγγίζουν το συναίσθημα μέσα από διαφορετικές εποχές και προσωπικές εμπειρίες.

Ποίημα
1. Αντίκρυ από το βουνό Γιοντόνο έκλαψα,
γιατί δεν μπορούσα αλλιώς
το ιερό βουνό να ευγνωμονήσω.

2. Κουβάλησε ως τη θάλασσα τον ήλιο
το φλογερό το ρέμα
του αρχαίου ποταμού Μογκάμι.

3. Νύχτα ανοιξιάτικη: οι κερασιές!
Στις κερασιές!
Βιαστείτε, εμπρός, θα ξημερώσει.

4. Ω, πεταλούδα που κοιμάσαι!
Ξύπνησε:
φίλη μου θα σε κάνω.

5. Καθώς τα όνειρά μου τραγουδάει
το αηδόνι,
στις ερημιές ανήκουστο και μόνο.

6. Βλαστάρια του μπαμπού!
Εικόνα
της άφθονης νιότης.

7. Το καλοκαίρι στο βουνό, σαν πέφτει
το σούρουπο στα κέδρα,
ακούγεται στη σιωπή καμπάνα.

8. Μην έχοντας κλαδιά, το νούφαρο
αποτραβήχθηκε
μακριά από τον κόσμο.

9. Είναι η σελήνη απ’ το παράθυρο
στον ίσκιο μου
κι όχι χρυσή κορνίζα.

10. Σαν ανεβαίνω στο άλογο, αφήνω κάτι πίσω μου.
Άχνα τσαγιού
υψώνεται στο ερημικό φεγγάρι.

11. Στου ταξιδιού το δρόμο έπεσα άρρωστος
και με το νου βαδίζω τώρα πια
στις ανθόσπαρτες πεδιάδες.

12. Δαμασκηνιά ανθισμένη πίσω από την καμπάνα.
Ποιος το ήξερε!
Η άνοιξη ήταν εκεί!

13. Εμπρός, ξύλινα ζίλια, βούκινα,
χαρούμενα ταμπούρλα.
Να την η άνοιξη, έρχεται!

14. Φωνή του τζίτζικα,
με το γινάτι σου
τρυπάς τους βράχους.

15. Το πρόσωπό μου ξέχασα να πλύνω
το πρωί
που αντίκρισα το πρώτο χιόνι.

16. Σ’ αρέσει να κοιτάς τα πράγματα.
Ω, τίποτε δεν είναι
απ’ το καινούργιο το φεγγάρι πιο όμορφο.

17. Καλάμι από λάλο, η μόνη είσαι ζωή
που αυξάνει
στον φράχτη μιας καλύβας.

18. Κλαίει το πουλί το θάνατο της άνοιξης.
Με δάκρυα
τα μάτια των ψαριών πλημμύρισαν.

19. Στην ακτή που έρχεται το κύμα να πεθάνει,
ένα σκυλί γαβγίζει
το κόκκινο πελώριο φεγγάρι.

20. Από ένα βάτραχο που σάλεψε
σπάραξε η σιωπή
στον πεθαμένο βάλτο.

21. Δεν έχω πια δυνάμεις. Καιρός
να ξαναμπώ στο σπίτι,
κι όμως κάπου εδώ ανθίζει γλυτσίνα.

22. Όλοι ας το μάθουν:
έτσι με λένε,
Βροχή του Φθινοπώρου.

23. Δεν είμαι παρά ένας δούλος ταπεινός,
όμως να συγκρατήσω θα ήθελα
στα σύννεφα για πάντα το όνομά μου.

24. Αχ, στον κόσμο αυτό πώς θα ήθελα να αφήσω
ένα γραμμένο φύλλο,
κι ας ήτανε μικρό σαν φυλλαράκι χλόης!
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Μπασό Ματσούο · Επιλεγμένα χαϊκού
Ποίημα
XIX. ΚΗΡΙΟΚΛΕΠΤΗΣ
Μετάφραση Ι. Πολέμη
Εκέντρωσε μιά μέλισσα τον έρωτα τον κλέφτη
όταν της έκλεβε κερί μέσ' από την κυψέλη,
κι όλα του τ' ακροδάχτυλα τα βρήκε το κεντρί της.
Κι αυτός πονούσε ο δύστυχος κ' εφύσαγε τα χέρια
κ' εχτύπαγε τα πόδια του πηδώντας απ' τον πόνο·
κ' έτρεξε στη μητέρα του την ώμορφη Αφροδίτη
κ' έδειξε τα χεράκια του και της παραπονέθη
πώς είν' η μέλισσα μικρή κι όμως σκληρά πληγώνει.
Κ' εγέλασ' η μητέρα του και στράφηκε και τούπε:
Γιατί απορείς; μήπως και συ της μέλισσας δε μοιάζεις;
Έτσι μικρός είσαι και συ κ' έτσι σκληρά πληγώνεις.
XXVIII. ΗΛΑΚΑΤΗ
Μετάφραση Ι. Πολέμη
Αδράχτι, που σ' εχάρισε στις γνωστικές γυναίκες
η γλαυκομμάτα η Αθηνά για νοικοκυροσύνη,
έλα μαζί μου θαρρετά στην πόλη του Νηλέως
πούνε ναός της Κύπριδος μέσ' σε χλωρά καλάμια.
Εκεί θα πάμε, κι ο θεός καλό ταξίδι ας δώση,
το φίλο το Νικία μου να 'δω και να φιλήσω,
που οί χάριτες γλυκόφωνες τον έχουν αναθρέψει,
και σένα, καλοδούλευτο κ' ελεφαντένιο αδράχτι,
εσένα στη γυναίκα του θε να σε κάνω δώρο,
να κλώθης νήματ' απαλά για των αντρών τα ρούχα
και νήματα για διάφανα φορέματα γυναίκεια.
Γιατ' οι μαννάδες των αρνιών στα πράσινα λιβάδια
κουρεύονται για χάρη της και δίνουν το μαλλί τους
πάντα το χρόνο δυό φορές· τ' είνε καλή δουλεύτρα
κι όλα αγαπάει όσ' αγαπούν οι γνωστικές γυναίκες.
Εγώ δε θα σ' εχάριζα μηδέ σε τιποτένιες
μήτ' ήθελα να σ' έβλεπα μέσ' σ' ακαμάτρας σπίτι,
γιατ' είσαι απ' την πατρίδα μου κ' έχεις εσύ πατρίδα
την πόλη εκείνη που έκτισεν ο Εφυραίος Αρχίας
πόλη μ' ανθρώπους διαλεχτούς , της Σικελίας καμάρι.
Τώρα θε νάχης σπίτι σου σοφού γιατρού το σπίτι
που ξέρει μύρια γιατρικά και διώχνει τις αρρώστιες·
αντάμα με τους Ίωνας στη Μίλητο θα μένης
έτσι για νάχη η Θεύγενη το πιο ώμορφο τ' αδράχτι
και να με φέρνη πάντοτε μέσ' την ενθύμησή της
εμένα τον τραγουδιστή και τον καλό της φίλο.
Όποιος σε 'δη στα χέρια της να λέη: Μεγάλη, αλήθεια,
μεγάλη χάρη απόκτησε με το μικρό του δώρο.
Όλα τα δώρα ατίμητα όσα χαρίζουν φίλοι.
XXI. ΑΛΙΕΙΣ
ΑΣΦΑΛΙΩΝ ΚΑΙ ΟΛΠΙΣ
Μετάφραση Γ. Δροσίνη
Δυό γέροι ψαροκυνηγοί μαζ' ήταν πλαγιασμένοι
'πάνω στα βούρλα τα στεγνά, μέσ' στην πλεκτή καλύβα.
Της ψαρικής τα σύνεργα είχαν εκεί κοντά τους·
τα κοφινάκια τα ρηχά, τα μακρυά καλάμια,
τ' αγκίστρια, τα δολώματα, τις πετονιές, τα δίχτυα·
τα βρόχια τους και τα κουπιά και τη γρηά τους βάρκα.
Και κάτω απ' τα κεφάλια τους αντί για προσκεφάλι
ένα στενό κοντόψαθο και ρούχο και στρωσίδι.
Αυτά είν' όλα τα σύνεργα και πλούτη των ψαράδων.
Δεν έχουν θύρα με κλειδί και φύλακα τους σκύλλο,
μηδέ φοβούνται από κλεψιά—η φτώχια τους φυλάει.
Έπειτα δα και γείτονα δεν έχουνε κανένα
και γύρω βρέχει η θάλασσα τη χαμηλή καλύβα.
Οὔπω τὸν μέσατον δρόμον ἄνυεν ἅρμα Σελάνας, Δεν ήτανε μεσουρανίς ακόμα το φεγγάρι
ψαράδες ξύπνησαν απ' της δουλειάς την έννοια·
εδιώξανε τον ύπνο τους κι άρχισαν να 'μιλούνε:
ΑΣΦΑΛΙΩΝ
Ψέμματα λένε, σύντροφε, πως τάχατες οι νύχτες
το καλοκαίρ' είν' πλιό μικρές που μεγαλών' η 'μέρα·
Εγώ είδα τόσα ονείρατα, κι ακόμα που να φέξη !...
Μην τύχη κ' εγελάστηκα, για μάκρυναν οι ώρες;
ΟΛΠΙΣ
Άδικα 'βρίζεις, γέρο μου, τώμορφο καλοκαίρι.
Δεν παραστράτησ' ο καιρός από τον ίσιο δρόμο,
μόνον οι έννοιες σε ξυπνούν και τις νυχτιές μακραίνουν.
ΑΣΦΑΛΙΩΝ
— Μην ξέρεις απ' ονείρατα; γιατ' είδα απόψε κάτι,
κάτι καλό στον ύπνο μου και θέλω να το μάθης.
Πρέπει καθώς μοιράζομε οι δυό την ψαρική μας,
το ίδιο να μοιράζωμε και τα ονείρατα μας.
Θα το 'ξηγήσης με τον νου και δε θε να λαθέψης·
γιατ' όποιος έχει δάσκαλο το νου σε κάθε κρίση,
εκείνος είνε πάντα του καλός ονειροκρίτης.
Έπειτα δα χωρίς δουλειά και τί κανείς να κάνη
ΟΛΠΙΣ
Έλα, για λέγε τώνειρο, κι αφού το λες σ' εμένα,
στον σύντροφο σου τον παληό, καλά να το 'στορήσης.
ΑΣΦΑΛΙΩΝ
Το βράδυ σαν πλαγιάσαμε απ' τις δουλειές κομμένοι
(θυμάσαι που δειπνήσαμε και χθες καθώς και πάντα
και δεν παραφορτώσαμε καθόλου το στομάχι)
είδα πως τάχα καθιστός απάνω σ' ένα βράχο
τα ψάρια παραμόνευα μ' ένα μακρύ καλάμι.
Ετάραξα το δόλωμα και κάποιο τρυφερούδι
γλυκάθηκε κ' ετσίμπησε και πιάστηκε σ' τ' αγκίστρι —
όποιος πεινά στον ύπνο του πάντα καρβέλια βλέπει
κ' εγ' όλο βλέπω ψαρικές και σ' τώνειρό μου ακόμα,—
λοιπόν το ψάρι επιάστηκε και μάτωσε τ' αγκίστρι,
κ' εγώ σφιχτά στα χέρια μου κρατούσα το καλάμι,
γιατί το ψάρι εσπάραζε και το καλάμι ελύγα.
Μα όταν έσκυψα 'μπροστά, εσάστισεν ο νους μου·
πώς μ' έν' αγκίστρι τόσο δα να σύρω τέτοιο ψάρι;
‘Eπειτα όμως τίναξα κι απόλυσα τ' αγκίστρι
για να την νοιώση την πληγή σ' τα σπάραχνά του μέσα,
και σαν δεν εσπαρτάριζεν, απάνω τ' ανασέρνω
και βλέπω πλούσια πληρωμή σ' τον τόσο μου τον κόπο,
ψάρι μεγάλο ολόχρυσο και χρυσοπλουμισμένο.
Μ' αληθινά φοβήθηκα, γιατ' είπα μήπως είνε
κανένα ψάρι 'ξωτικό η ψάρι μαγεμμένο.
Προσεκτικά ξεκάρφωσα τ' αγκίστρι από τα χείλη,
μήπως τυχόν το σίδερο του ξύση το χρυσάφι·
τώρριξα απάνω σ' τη στεριά κι ωρκίστηκα και είπα
πως δε θε να πατήσω πια σ' το πέλαγος το πόδι,
παρά θα ζήσω σ' τη στεριά με το χρυσάφι πούχω.
Τα είδ' αυτά και 'ξύπνησα. Και τώρα, σύντροφε μου,
πες μου και συ τη γνώμη σου, γιατί πολύ φοβούμαι
μ' αυτόν τον όρκο πώκανα μην πέσω σ' αμαρτία.
ΟΛΠΙΣ
Κ' εγώ σου λέω, φίλε μου, καθόλου μη φοβάσαι,
γιατί μηδ' όρκον έκανες και μηδέ ψάρι βρήκες·
ήτανε ψεύτικ' όνειρο, κι αν θες να βγή σ' τ' αλήθεια,
ψάρευε, ψάρια αληθινά με κόκκαλα και κρέας,
γιατί μ' ονείρατα χρυσά της πείνας θα πεθάνης.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Θεόκριτος · Ειδύλλια
Ποίημα
Το να είσαι άνθρωπος είναι ένας ξενώνας.
Κάθε πρωί, ένας καινούργιος επισκέπτης.

Μια χαρά, μια θλίψη, μια κακία,
κάποια στιγμιαία επίγνωση
έρχεται σαν απρόσμενος επισκέπτης.

Καλωσόρισέ τους όλους
και φιλοξένησέ τους!

Ακόμη κι αν είναι ένα πλήθος από λύπες,
που με ορμή αδειάζουν το σπίτι σου
από όλα του τα έπιπλα,
κι όμως, φέρσου με τιμή σε κάθε επισκέπτη.

Ίσως σε αδειάζει
για να κάνει χώρο
για κάποια καινούργια χαρά.

Τη σκοτεινή σκέψη, την ντροπή, την κακία,
συνάντησέ τες στην πόρτα γελώντας
και κάλεσέ τες μέσα.

Να είσαι ευγνώμων
για όποιον κι αν έρθει,
γιατί ο καθένας έχει σταλεί
ως οδηγός από το επέκεινα.

Ελληνική απόδοση με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Ρουμί Τζαλαλαντίν · Ο Ξενώνας
Ποίημα
Δώσε μου, Μεγάλε Θεέ — είπα — ένα μικρό αγρόκτημα,
το καλοκαίρι σκιερό και τον χειμώνα ζεστό,
όπου μια δροσερή πηγή γεννά ένα καθάριο ρυάκι,
που κυλά φυσικά πάνω από έναν βράχο σκεπασμένο με βρύα·
όχι τεχνητά μέσα από μολύβινους σωλήνες,
ούτε πέφτοντας μεγαλόπρεπα σε καταρράκτη φτιαχτό,
μα καθαρό και αμόλυντο, ελισσόμενο μέσα στη σκιά.

Κι ο γενναιόδωρος Ουρανός πρόσθεσε στην προσευχή μου
ένα πιο γλυκό κλίμα και έναν πιο καθαρό αέρα.

Το παγωμένο νησί μας τώρα το δένει ο χειμώνας,
παραμορφωμένο από τις βροχές και τους άγριους ανέμους.
Τα μαραμένα δάση, λευκά από την πάχνη,
έχουν χάσει, μέσα στις θύελλες, τις σκορπισμένες ομορφιές τους.

Τα τρομαγμένα πουλιά εγκαταλείπουν
τα γυμνά καταφύγιά τους
και αναζητούν σε μακρινές χώρες έναν θερμότερο ήλιο.

Οι Νύμφες των νερών θρηνούν
πάνω από τις σιωπηλές υδρίες τους,
κι ακόμη κι ο Τάμεσης, παγωμένος,
δεν μοιάζει πια με ποτάμι.

Τα γυμνά λιβάδια δεν προσφέρουν πια χαρά,
καθώς τα λαμπερά χιόνια κουράζουν το βλέμμα.

Εδώ το καλοκαίρι βασιλεύει
με ένα αιώνιο χαμόγελο
και δυο σοδειές ευλογούν την ευτυχισμένη γη.

Όμορφα, γόνιμα χωράφια,
κάτω από τον θερμό και ευεργετικό ουρανό,
έχουν συγκεντρώσει πάνω τους
τη γοητεία κάθε εποχής.

Κανένα θανατηφόρο κρύο δεν παραμορφώνει
την όμορφη χρονιά.
Τα λουλούδια που ξεπηδούν
δεν φοβούνται τον ερχομό του χειμώνα.

Κι όπως το μητρικό ρόδο
μαραίνεται και πεθαίνει,
τα νεογέννητα μπουμπούκια
υψώνονται με λαμπρότερα χρώματα
και με τα φρέσκα αρώματά τους
αναπληρώνουν το άρωμα της μητέρας τους.

Κοντά τους η βιολέτα λάμπει
με ευλογημένες ευωδιές
και ανθίζει ντυμένη
σε πορφύρα βαθιά σαν του Τύρου.

Οι πλούσιοι νάρκισσοι
σκορπίζουν τη χρυσή τους λάμψη
και μοιάζουν να ανταγωνίζονται
τη δόξα της ημέρας.

Από το παράθυρό μου βλέπω μονομιάς
την πολυπληθή πόλη και τη θορυβώδη θάλασσα.
Μακριά, βλέπω τα βουνά της Ασίας
να υψώνονται
και τις χιονισμένες κορυφές τους
να χάνονται στον ουρανό.

Πάνω από εκείνα τα βουνά
υψώνεται ο μεγάλος Όλυμπος,
η έδρα των ουράνιων δυνάμεων.

Καινούργιο θέαμα για τα μάτια μου,
που θαμπωμένα από θαυμασμό αντικρίζουν
κάθε χρυσαφένιο μισοφέγγαρο
και κάθε αρχαίο κωδωνοστάσιο.

Το λαμπρό Σεράι,
όπου ο νωθρός μονάρχης
λιώνει τις άσκοπες μέρες του
μέσα στην αργόσχολη άνεση.

Τα μαρμάρινα τζαμιά,
κάτω από τους τεράστιους θόλους τους,
όπου πολεμοχαρείς σουλτάνοι
κοιμούνται τώρα ειρηνικά στους τάφους τους.

Εκείνα τα υψηλά οικοδομήματα
που κάποτε ήταν το καύχημα των Χριστιανών,
έχασαν τα ονόματά τους,
τις τιμές τους και την ομορφιά τους.

Μάταια μνημεία ανθρώπων
που κάποτε ήταν μεγάλοι!
Βυθισμένα, δίχως διάκριση,
στην κοινή μοίρα όλων!

Πόσο χαμηλά έχεις πέσει,
αυτοκρατορική πόλη!
Πού είναι τώρα
οι ελπίδες της ρωμαϊκής σου δόξας;

Μόνο μια μικρή γωνιά,
το μικρό Φανάρι,
διατηρεί τα φτωχά απομεινάρια
της ελληνικής αριστοκρατίας.

Ονόματα που καυχιούνται
για βασιλική καταγωγή
έχουν χαθεί μέσα
σε ταπεινά, μηχανικά επαγγέλματα.

Εκείνα τα μάτια
που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν
έναν δεύτερο Όμηρο,
είναι τώρα καρφωμένα στον αργαλειό,
και η άχρηστη πια φωτιά τους σβήνει.

Θλιμμένη από ένα θέαμα
που χτυπά μέσα στο μυαλό μου
τη σύντομη ματαιότητα
της ανθρώπινης ύπαρξης,
αφήνω το βλέμμα μου
να απολαύσει τα λαμπρά θεάματα
και στρέφομαι εκεί
όπου η ανατολίτικη μεγαλοπρέπεια
χαρίζει χαρά.

Κι όμως, ούτε αυτά τα πλούσια θεάματα,
ούτε ο χρυσός στόλος
που στολίζει τη θάλασσα,
ούτε η πόλη που υψώνεται μπροστά μου,
όμορφη μέσα στην αταξία της,
δεν μπορούν να γοητεύσουν
την ψυχή μου τόσο
όσο αυτό το καταφύγιο,
ασφαλές από τους ανθρώπους.

Εδώ κανένας απατεώνας
με την επιτυχημένη πανουργία του
δεν μου προκαλεί οργή.
Κανένας γελοίος νεόπλουτος
με την κακόγουστη μεγαλοπρέπειά του
δεν προσβάλλει το βλέμμα μου.

Κανένας θόρυβος του πλήθους
δεν ξυπνά τους γυναικείους μου φόβους.
Κανένα αδικημένο ταλέντο
δεν ζητά τα δάκρυά μου.

Ούτε ο έπαινος με επηρεάζει,
ούτε ο φθόνος με πληγώνει.
Ακόμη και η ίδια η φήμη
δύσκολα μπορεί να φτάσει ως εδώ.

Η αδιακρισία, με όλη τη φλύαρη ακολουθία της,
οι γλυκόηχες κολακείες,
η επικριτική ανοησία,
η θορυβώδης οργή των παρατάξεων,
όλα εκείνα τα χιλιάδες κακά
που πρέπει να αντιμετωπίζει
όποιος τολμά να έχει αρετή
μέσα σε έναν διεφθαρμένο κόσμο.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Μόνταγκιου Μαίρη · Κωνσταντινούπολη
Ποίημα
Παλιά σιωπηλή λίμνη —
ένας βάτραχος πηδά μέσα·
ήχος νερού.

Ίσως το πιο διάσημο χαϊκού όλων των εποχών. Μέσα σε ελάχιστες λέξεις, ο Μπασό αποτυπώνει τη σιωπή, την ξαφνική κίνηση και την ένταση μιας απλής στιγμής. Το ποίημα εκφράζει τη ζεν επίγνωση και την ομορφιά που μπορεί να κρύβεται στο καθημερινό και το φαινομενικά ασήμαντο.

Καλοκαιρινά χόρτα —
μόνο αυτά απέμειναν
από τα όνειρα των πολεμιστών.

Εμπνευσμένο από παλιά πεδία μαχών, το χαϊκού στοχάζεται πάνω στην παροδικότητα της δόξας, της δύναμης και της ανθρώπινης ζωής. Εκεί όπου κάποτε υπήρχαν φιλοδοξίες, συγκρούσεις και όνειρα, απομένει τώρα μόνο η φύση.

Πρώτη χειμωνιάτικη βροχή —
ακόμη κι ο πίθηκος
μοιάζει να θέλει αδιάβροχο.

Ένα τρυφερό και διακριτικά χιουμοριστικό χαϊκού, που φανερώνει την παρατηρητικότητα και την ευαισθησία του Μπασό απέναντι στα ζωντανά πλάσματα και στις μικρές αλλαγές της φύσης.

Πάνω σε ξερό κλαδί
ένα κοράκι έχει σταθεί —
φθινοπωρινό δειλινό.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της λιτής και μελαγχολικής αισθητικής του Μπασό. Με ελάχιστα στοιχεία δημιουργείται μια εικόνα μοναξιάς, σιωπής και φθινοπωρινής ερημίας.

Η φωνή των τζιτζικιών
δεν προμηνύει καθόλου
πόσο σύντομα θα πεθάνουν.

Το χαϊκού εκφράζει τη βαθιά επίγνωση της θνητότητας και της εφήμερης φύσης της ζωής. Η έντονη παρουσία των τζιτζικιών αντιπαραβάλλεται με τη σύντομη διάρκεια της ύπαρξής τους, ένα από τα βασικά θέματα της ποίησης του Μπασό.

Γραμμένο λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό του:

Άρρωστος σε ταξίδι —
πάνω από ξεραμένα χωράφια
περιπλανώνται ακόμη τα όνειρά μου.

Ένα από τα τελευταία και πιο γνωστά χαϊκού του Μπασό, γραμμένο το 1694, λίγο πριν από τον θάνατό του. Ακόμη και μέσα στην αρρώστια και την εξάντληση, ο νους του ποιητή συνεχίζει να ταξιδεύει, σαν η περιπλάνηση να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ίδιας του της ύπαρξης.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Μπασό Ματσούο · Επιλεγμένα χαϊκού

Εμφανίζονται 1–5 από 5 καταχωρίσεις