Θ — Παροιμίες και εκφράσεις
223 συνολικά
181
›
182
›
183
›
184
›
185
›
186
›
187
›
188
›
189
›
190
›
191
›
192
›
193
›
194
›
195
›
196
›
197
›
198
›
199
›
200
›
201
›
202
›
203
›
204
›
205
›
206
›
207
›
208
›
209
›
210
›
211
›
212
›
213
›
214
›
215
›
216
›
217
›
218
›
219
›
220
›
221
›
222
›
223
›
Θέτω προ των ευθυνών του (κάποιον)
Θέτω τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων
θεωρία επισκόπου και καρδιά μυλωνά.
Θηλυκά όσα θέλεις βρίσκεις, νοικοκυράδες λίγες.
Θήρων απάντων αγριωτέρα γυνή
Θίγει εις τα καίρια
Θίγω τα κακώς κείμενα
Θίγω την ευαίσθητη χορδή κάποιου
Θίγω τον εγωισμό κάποιου
Θλιβερό είναι το σπίτι όπου η κότα κακαρίζει περισσότερο από τον κόκορα
Θλιβερό καθήκον
Θνατά θνατούσι πρέπει
Θνητά φρόνει
Θνητών όλβιος είς τό τέλος ουδείς.
Θολό ποτάμι άπεχε και τη φωτιά αναμμένη και τη γυναίκα την κακιά όταν είναι θυμωμένη.
Θολό ποτάμι σαν περνάς κι όταν μετράς τα γρόσια, κι όταν σου λέντε παντριά, το νού σου τετρακόσια
Θολό πρωί καθάρια μέρα.
Θολώνει τα νερά
Θολώνει το ποτάμι, για να πιάσει ψάρια.
Θόλωσε το μάτι του
Θου Κύριε φυλακήν το στόματί μου
Θράκες όρκια ούκ επίστανται.
Θρασύς και αυθάδης και αλαζών, λοιμος καλείται.
Θραψερός σαν το σφεντάμι
Θρέψε φίδι το χειμώνα να σε φάει το καλοκαίρι.
Θυέστειο δείπνο
Θυμάσαι όντε βόσκαμε τα βούγια στο λιβάδι; Και εδά μου γίνηκες κι εσύ, αρχόντισσα μεγάλη.
Θυμήσου μετάξι να του δίνεις και πάλι δεν το πιάνει.
Θυμήσου τα δικά σου και συχώρα τα παιδιά σου.
Θυμόν φυλάττου το φρονείν γαρ ουκ έχεις.
Θυμός μεγίστων αίτιος κακών βροτοίς
Θυμός του χωριάτη, ζημιά του πουγκιού του.
Θυμού, ιατρός λόγος
Θυμώ μετάστασιν δίδου
Θυμώνοντας τη γειτόνισσα μαθαίν' η μια την άλλη.
Θυμώνω με τον άνδρα μου, τι φταίνε τα παιδιά μου.
Θύμωσ΄ ο καλόγηρος κι έκαψε τα γένεια του.
Θύμωσε ο καλόγερος κι έσκισε (ή έκαψε) τα ράσα του.
Θύμωσες, ξεθύμωσες, ο λόγος απομένει.
Θύραθεν παιδεία.
Θυσιάζω τον μόσχο τον σιτευτό.
Θύω στην Αφροδίτη.
Θώριε ούγια και πάρε πανί, θώριε μάνα και πάρε παιδί.