Αρχική Ποιητές Ποίημα
Σονέτο νο 292
Τα μάτια για τα οποία μίλησα με τόσο πάθος,
τα μπράτσα και τα χέρια κι οι αστράγαλοι και το πρόσωπο
που μ’ είχαν στα δύο χωρίσει
και με έκαναν άνδρα διαφορετικό από όλους τους άλλους
Τα ζωηρά μαλλιά από αγνό αστραφτερό χρυσό
Και η λαμπρότητα του αγγελικού χαμόγελου
Που συνήθιζε να φτιάχνει τον επί γης παράδεισο
Τώρα είναι σκόνη που δε νιώθει τίποτε
Και εγώ ακόμη ζω, μέσα στην θλίψη απαξιωμένος
Έμεινα χωρίς το φως που τόσο αγαπούσα
Σε μεγάλη δυστυχία, μέσα σε κατεστραμμένη βάρκα
Δίνω ένα τέλος στο ποίημα της αγάπης
Η φλέβα της έμπνευσής μου έχει στερέψει
Και η λύρα ξεκινάει πάλι το κλάμα.
323
Τέλος, είδα μια τόσο αξιολάτρευτη και γεμάτη χάρη γυναίκα
να περνά σκεφτική ανάμεσα στα λουλούδια και το γρασίδι,
ώστε δεν μπορώ να τη σκεφτώ χωρίς να καίγομαι και να τρέμω
ταπεινή στον εαυτό της μα περήφανη απέναντι στον Έρωτα,
και φορούσε μια τόσο λευκή φορεσιά,
έτσι υφασμένη που έμοιαζε σαν χρυσάφι ανακατεμένο με χιόνι∙
αλλά το στέμμα στο κεφάλι της,
ήταν κρυμμένο από μια σκοτεινή ομίχλη,
τότε, δαγκωμένη από ένα μικρό φίδι στη φτέρνα,
λύγισε όπως ένα λουλούδι όταν κόβεται,
χαρούμενη και αποφασισμένη να αποχωρήσει.
Ω, τίποτε εκτός από το θρήνο δεν διαρκεί σ’ αυτόν τον κόσμο!
← Επιστροφή στην αρχική