Αρχική Ποιητές Ποίημα
Σονέτο
1912
Ξέφυγε απ' τον θλιμμένο έρωτα, έρωτα νυσταγμένο,
ακίνδυνο, χωρίς πληγή ούτε περιπέτεια,
που καρτερεί απ' τον έρωτα σίγουρη απολαβή,
γιατί στον έρωτα η φρόνηση είναι τρέλα.
Κείνος που προφυλάγεται απ' το τυφλό αγόρι
και που πρόσβαλε τη φωτιά της ζωής,
από χωνεμένη φωτιά κι όχι αναμμένη
ζητεί στάχτη για να σκεπάσει τη φωτιά.
Και στάχτη θα 'βρει, όχι από τη φλόγα του,
όταν αποκαλύψει το ανόητο παραλήρημα
που αποζητούσε, χωρίς ανθό, καρπό στο κλαρί.
Με μαύρο κλειδί θ' ανοίξει το παγερό
δωμάτιο του καιρού του. Έρημο κρεβάτι,
και θολός καθρέφτης, κι αδειανή καρδιά.
"Χτυπούσε Το Ρολόι..."
Χτυπούσε το ρολόι στις δώδεκα...
και ήταν δώδεκα
χτυπήματα της τσάπας στη γη.
Η ώρα μου φώναξα... Η σιωπή
μου απάντησε: - Μη φοβάσαι.
Συ δε θα δεις να πέφτει η τελευταία σταγόνα
που τρέμει στην κλεψύδρα.
Θα κοιμηθείς πολλές ώρες ακόμα
πάνω στη γέρικη όχθη
κι ένα καθαρό πρωί θα βρεις
δεμένη τη βάρκα σου στην άλλη ακτή.
← Επιστροφή στην αρχική