Αρχική Ποιητές Ποίημα
Η θεία Τούλα
1907
(απόσπασμα)
Δεν τον κοιτούσε σχεδόν ποτέ τότε, κοιτούσε τη θάλασσα,
αλλά σ’ αυτή, τη θάλασσα, έβλεπε να αντικατοπτρίζεται
κατά τρόπου μυστηριώδη το βλέμμα του άνδρα. Η
πάναγνη θάλασσα ένωνε τα βλέμματα και τις ψυχές τους.
Κάποιες άλλες φορές πήγαιναν σ’ ένα δάσος από
καστανιές και τότε εκείνη έπρεπε να τον επιτηρεί, να
επιτηρεί τον εαυτό της και να επιτηρεί τα παιδιά με
μεγαλύτερη προσοχή. Κι εκεί επίσης έβρισκε έναν
πεσμένο κορμό που της χρησίμευε σαν κάθισμα. Ήθελε να
τον κάνει να προσαρμοστεί στους ρυθμούς μιας
οικογενειακής ζωής αγνής και αγροτικής, να τον κάνει να
πέφτει στο κρεβάτι του κουρασμένος από το άπλετο φως
και τον καθαρό αέρα, να αποκοιμιέται ακούγοντας έξω τα
τριζόνια, ώστε να κοιμάται δίχως ονειροφαντασίες, να
ξυπνάει με το τραγούδι τους κόκορα και τα πήγαινε έλα
των αγροτών και των ναυτικών. Τα πρωινά κατέβαιναν σε
μια παραλία όπου μαζευόταν η μικρή ομάδα των
παραθεριστών. Τα παιδιά ξυπόλυτα περνούσαν την ώρα
τους, μετά το μπάνιο, εκτρέποντας με τα πόδια την
πορεία ενός μικρούς ασκόπως περιπλανώμενου και
αναποφάσιστου ρυακιού που διαμέσου της άμμου
κατέληγε στην θάλασσα. Ο Ραμίρο συμμετείχε που και
που σε αυτό το παιδικό παιχνίδι. Αλλά η Χερτρούδις
άρχιζε να φοβάται, όλη η προνοητικότητα που είχε δείξει
ήταν ανεπαρκής. Ο Ραμίρο το έσκαγε όλο και πιο συχνά
από την πρέφα που έπαιζε με τους φίλους στην παρέα των
παραθεριστών κι έμοιαζε να καιροφυλακτεί, περισσότερο
από ποτέ, για να βρεθεί μόνος με την κουνιάδα του. Το
σπιτάκι στο οποίο έμεναν έμοιαζε περισσότερο με
αντίσκηνο περιπλανώμενων τσιγγάνων, παρά με
οτιδήποτε άλλο. Η εξοχή, αντί να αναισθητοποιήσει, όχι
τα πάθη, αλλά την επιθυμία του Ραμίρο, έμοιαζε να του
την εξάπτει ακόμη περισσότερο, και η ίδια η Χερτρούδις,
άρχισε να ανησυχεί. Η ζωή τους αποκαλυπτόταν εντελώς
σε κοινή θέα εκεί στην εξοχή, στο δάσος, στις πτυχώσεις
του βουνού. Κι έπειτα υπήρχαν τα κατοικίδια ζώα, εκείνα
που εκτρέφει ο άνθρωπος, με τα οποία ήταν καθημερινή
εκεί η συμβίωση. Η Χερτρούδις υπέφερε όταν έβλεπε με
πόση προσοχή τα μικρά, τα ανίψια της, παρακολουθούσαν
τα παιχνίδια των πουλερικών. Όχι, η εξοχή δεν παρέδιδε
μαθήματα αγνότητας. Το μόνο αγνό πράγμα εκεί ήταν να
βυθίζει κανείς το βλέμμα του στην θάλασσα. Αλλά ακόμη
και η θάλασσα.. Το θαλασσινό αεράκι ερέθιζε τις
αισθήσεις…
← Επιστροφή στην αρχική