Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ
PAULINE BARRET
Σχεδόν το κέλυφος μιας γυναίκας
Μετά από του χειρούργου το νυστέρι!
Και πέρασε σχεδόν χρόνος για να ανακτήσω
Την παλιά μου δύναμη
Ώσπου η αυγή της δέκατης επετείου μας
Με βρήκε φαινομενικά την ίδια πάλι.
Περπατήσαμε μαζί στο δάσος
Σε ένα μονοπάτι με βρύα αθόρυβα και γρασίδι.
Μα δεν μπορούσα να σε κοιτάξω στα μάτια
Και δεν μπορούσε να με κοιτάξεις στα μάτια
Γιατί τόση ήταν η θλίψη μας
Η αρχή του γκρίζου στα μαλλιά σου
Κι εγώ ένας ίσκιος του εαυτού μου
Και γιατί πράγμα μιλήσαμε;
Για τον ουρανό και το νερό,
Για καθετί αδιάφορο,
Τις σκέψεις μας για να κρύψουμε μόνο.
Κι ύστερα το δώρο σου από άγρια ρόδα,
Τοποθετήσαμε στο τραπέζι να στολίσουμε το δείπνο
Καημένε μου πόσο γενναία αγωνιζόσουν
Να φανταστείς και να αναβιώσεις μια περασμένη έκσταση
Ύστερα έπεφτε η νύχτα κι εγώ σκυθρώπιασα
Και μ άφησες μόνη για μια στιγμή στην κάμαρα μου
Όπως όταν ήμαστε νεόνυμφοι, καλέ μου,
Και τον καθρέπτη κοίταξα και κάτι μου είπε:
«Πρέπει να πεθαίνει κανείς ολότελα,
Όταν είναι μισοπεθαμένος,
Ποτέ την ζωή μην κοροϊδέψεις,
Ποτέ τον έρωτα να μην εξαπατάς».
Κι αυτό έκανα, κοιτάζοντας εκεί,
μες στον καθρέπτη
Αγάπη μου, το κατάλαβες, άραγε, ποτέ σου;
PAULINE BARRET
ALMOST the shell of a woman
after the surgeon’s knife!
And almost a year to creep back into strength,
Till the dawn of our wedding decennial
Found me my seeming self again.
We walked the forest together,
By a path of soundless moss and turf.
But I could not look in your eyes,
And you could not look in my eyes,
For such sorrow was ours
—the beginning of gray in your hair,
And I but a shell of myself.
And what did we talk of?
—sky and water,
Anything, ’most, to hide our thoughts.
And then your gift of wild roses,
Set on the table to grace our dinner.
Poor heart, how bravely you struggled
To imagine and live a remembered rapture!
Then my spirit drooped as the night came on,
And you left me alone in my room for a while,
As you did when I was a bride, poor heart.
And I looked in the mirror and something said:
“One should be all dead
when one is half-dead—”
Nor ever mock life, nor ever cheat love.”
And I did it looking there in the mirror—
Dear, have you ever understood?