(Στο παρακάτω απόσπασμα ο Σωκράτης καθοδηγεί τον μεγαλύτερου γιό του που είναι οργισμένος με την μητέρα του)Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Ξενοφών · Ἀπομνημονεύματα Σωκράτους
Και ο Σωκράτης λέει:
-Λοιπόν, ενώ η μητέρα σου θέλει το καλό σου και φροντίζει για εσένα όταν είσαι ασθενής, όσο μπορεί περισσότερο για να γίνεις καλά και να μην στερηθείς τίποτε, και φροντίζει για την τροφή σου και να έχεις όλα τα αγαθά, και για χάρη σου κάνει ταξίματα στους Θεούς, εσύ πάλι ισχυρίζεσαι πως είναι ανυπόφορη; Εγώ βέβαια νομίζω ότι αν δεν μπορείς να υποφέρεις αυτή την μητέρα δεν θα μπορείς να υποφέρεις κανένα αγαθό. Πες μου ποιο από τα δύο συμβαίνει; Μήπως νομίζεις πως πρέπει να τιμάς τους άλλους ή είσαι διατεθειμένος να μην προσπαθείς να είσαι αρεστός σε κανένα άνθρωπο ούτε να πείθεσαι από κανένα στρατηγό και κανένα άρχοντα;
― Ναι, μα την αλήθεια, είπε, παραδέχομαι, ότι πρέπει να τιμώ τους άλλους.
― Λοιπόν, είπε ο Σωκράτης, και στον γείτονά σου θέλεις να είσαι αρεστός, για να σου δίνει προσάναμμα όταν έχεις ανάγκη από φωτιά και για να σε βοηθά όταν χρειάζεται και αν τυχαία σφάλλεις να τρέξει να σε βοηθήσει. - Μάλιστα, είπε.
― Καθόλου δεν θα σε ενδιέφερε να γίνει εχθρός σου ή φίλος σου ο συνοδοιπόρος ή συνταξιδιώτης σου σε πλοίο ή όποιος άλλος συναντηθεί μαζί σου ή νομίζεις πως πρέπει να φροντίζεις για την εύνοια αυτών;
― Μάλιστα, είπε, να φροντίζω για την εύνοια τους.
― Οπότε είσαι προδιατεθειμένος για αυτούς να φροντίζεις, την δε μητέρα σου, η οποία σε αγαπά περισσότερο από όλους, δε νομίζεις πως πρέπει να την τιμάς; Δεν ξέρεις πως κι η πόλη ακόμη, για τις άλλες αχαριστίες αδιαφορεί, ούτε καν τις δικάζει, παραβλέπει εκείνους που έχουν ευεργετηθεί και δεν αποδίδουν την ευεργεσία, αν όμως κάποιος δεν περιποιείται τους γονείς του, σε αυτόν και τιμωρία επιβάλλει και τους απαγορεύεται να γίνει άρχοντας, επειδή ούτε οι θυσίες με ευσέβεια θα τελούνταν ούτε τίποτε άλλο καλώς και δικαίως θα έκανε. Και μα την αλήθεια, αν κανείς, όταν πεθάνουν οι γονείς του, δεν στολίζει τους τάφους τους, και αυτό το εξετάζει η πόλη κατά την δοκιμασία των αρχόντων. Εσύ λοιπόν παιδί μου θα πρέπει, αν είσαι φρόνιμος, τους μεν θεους θα παρακαλέσεις να σε συγχωρήσουν, για το ότι έχεις παραμελήσει την μητέρα σου, μήπως και αυτοί, άμα καταλάβουν ότι είσαι αχάριστος, δεν θελήσουν να σε ευεργετήσουν, από δε τους ανθρώπους να φυλαχτείς, γιατί αν αντιληφτούν, ότι παραμελείς τους γονείς σου, όλοι θα σε περιφρονήσουν, και θα βρεθείς χωρίς φίλους. Γιατί αν σε νομίσουν πως είσαι αγνώμων προς τους γονείς, κανείς δεν θα θέλει να πιστεύει ότι, αν σε ευεργετήσει, θα λάβει πίσω την ευεργεσία.
4 αποσπάσματα για τη συμπόνια
Διάβασε επιλεγμένα αποσπάσματα βιβλίων για τη συμπόνια. Λογοτεχνικά και στοχαστικά κείμενα που εξερευνούν διαφορετικές πλευρές του ανθρώπινου συναισθήματος.
απόσπασματα απόΔιάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Καζαντζάκης · Ο Χριστός ξανασταυρώνεται
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ
Εκδόσεις Ελένης Ν. Καζαντζάκη
ΚΑΘΕΤΑΙ Ο ΑΓΑΣ ΤΗΣ ΛΥΚΟΒΡΥΣΗΣ ΣΤΟ μπαλκόνι του απάνω από την πλατεία του χωριού, καπνίζει το τσιμπούκι του και πίνει ρακή.
Ψιχαλίζει ήσυχα, τρυφερά, και στα κυρτά χοντρά μουστάκια του, τα φρεσκοβαμμένα με καραμπογιά, κρέμουνται λαμπυρίζοντας μερικές ψιχάλες
κι ο Αγάς , ξαναμμένος από τη ρακή, τις αναγράφει να δροσερέψει. Δεξά του στέκεται όρθιος ο σεΐζης,
ένας θεόρατος άγριος ανατολίτης, αλλήθωρος και κακομούτσουνος, με την τρομπέτα του ζερβά του κάθεται διπλοπόδι,
απάνω σε βελουδένιο μαξιλάρι, ένα όμορφο στρουμπουλό τουρκόπουλο, που του ανάβει κάθε τόσο το τσιμπούκι
και του γεμίζει ακατάπαυτα την κούπα του ρακή<br> Μισοσφαλνάει τα μαχμουρλίδικα μάτια και χαίρεται ο
Αγάς τον απάνω κόσμο, όλα τα 'καμε καλά ο Θεός, συλλογιέται, πετυχεμένο πράμα είναι ο κόσμος τούτος,
τίποτα δεν του λείπει αν πεινάσεις, έχει ψωμί και κρέας κοκκινιστό και πιλάφι με κανέλα αν διψάσεις,
έχει το αθάνατο νερό, τη ρακή: αν νυστάξεις, έχει κάμει ο Θεός τον ύπνο, ένα κι ένα για τη νύστα αν θυμώσεις,
έχει κάνει το βούρδουλα και τα πισινά του ραγιά αν σε πιάσουν τα μεράκια σου, έχει κάνει τον αμανέ.
Κι αν θες να ξεχάσεις τα ντέρτια και τα βάσανα του κόσμου, έχει κάνει το Γιουσουφάκι.
-Μεγάλος μάστορας είναι ο Αλλάχ, μουρμούρισε συγκινημένος, μεγάλος μάστορας, μερακλής: κόβει το μυαλό του πως του ήρθε τώρα κι έκαμε τη ρακή και
το Γιουσουφάκι!<br>
Βουρκώνουν τα μάτια του 'Αγά από τη θρησκευτική κατάνυξη από το πολύ ρακοπότι. Σκύβει και καμαρώνει τους ραγιάδες του να σουλατσάρουν στην πλατεία φρεσκοξουρισμένοι, γιορτοντυμένοι, με τα κόκκινα φαρδιά ζωνάρια, με τα νιοπλυμένα κοντοβράκια, με τα γαλάζια τουζλούκια. Άλλοι φορούν φέσι, άλλοι σαρίκι, άλλοι σκούφο από αρνίσια προβιά. Οι πιο ασίκηδες έχουν και το αυτί τους ένα κλωνί βασιλικό ή ένα τσιγάρο.
Τρίτη της Λαμπρής, τώρα τέλεψε η λειτουργιά. Γλυκιά, τρυφερή μέρα, ήλιος, ψιχαλίζει, μύρισαν οι λεμονανθοί, μπουμπουκιάζουν τα δέντρα, ανασταίνουνται τα χόρτα, ανεβαίνει και Χριστός από κάθε σβωλαράκι χώμα. Σουλατσάρουν οι χριστιανοί στην πλατεία, σμίγουν οι φίλοι, ασπάζεται ο ένας τον άλλο, λέν Χριστός Ανέστη κι ύστερα καθίζουν στον καφέ του Κωσταντή ή κάτω από το μεγάλο πλάτανο στη μέση της πλατείας, παραγγέλνουν ναργιλέδες και καφέδες κι αρχίζει, σαν την ψιλή βροχή, το γλυκό κουβεντολόι.
<br> <br> -Τέτοια θα ναι κι η Παράδεισο, λέει ο Χαράλαμπος ό καντηλανάφτης: ήλιος απαλός, σιγανή βροχούλα, λεμονιές ανθισμένες, ναργιλέδες και ψιλή κουβέντα στους αιώνες των αιώνων.
<br><br>Στην άλλην άκρα της πολιτείας, πίσω από τον πλάτανο, υψώνεται φρεσκοασβεστωμένη, με το χαριτωμένο καμπαναριό της, η εκκλησία του χωριού, η Σταύρωση του Χριστού. Η πόρτα της είναι σήμερα στολισμένη με βάγια και δάφνες. Γύρα τρογύρα, τα μαγαζάκια και τα εργαστήρια του χωριού: Το σαμαράδικο του αγριάνθρωπου Παναγιώταρου, που τον λενε και Γυψοφά γιατί μια φορά έφεραν στο χωριό το γύψινο αγαλματάκι του Μ. Ναπολέοντα, και το φαε κι ύστερα έφεραν ένα άλλο, του Κεμάλ-πασά, και το φαε κι αυτό κι ύστερα έφεραν του Βενιζέλου, και το φαε κι αυτό. Δίπλα, το μπαρμπέρικο του Αντώνη «Ο Ερωτόκριτος», κι απάνω στην πόρτα κρεμασμένη μια ταμπέλα, με μεγάλα κόκκινα γράμματα του αίματος: «Εξέρχονται και οδόντες»! Πιο πέρα το χασάπικό του κύρ Δημητρό του κουτσού: «Κεφαλάκια φρέσκα, η Ήρωδιάς»! Κάθε Σάββατο σφάζει ένα μουσκάρι και, πριν το σφάξει, του χρυσώνει τα κέρατα, του μπογιατίζει το κούτελο, του περνάει κόκκινες κορδέλες στο λαιμό και το γυρίζει στο χωριό κουτσαίνοντας και τελαλίζει τις χάρες του. Και τέλος ο περίφημος καφενές του Κωνσταντή, μακρόστενος, δροσερός, που μοσχομυρίζει καφέ και τουμπεκί και φασκόμηλο το χειμώνα. Και στον τοίχο του δεξα κρέμουνται, καμάρι του χωριού, τρεις μεγάλες γιαλιστερές λιθογραφίες: η Γενοβέφα από τη μια μεριά, μισόγυμνη μέσα σ' ένα δάσος τροπικό από την άλλη μεριά, η βασίλισσα Βικτωρία, παχιά, γαλανομάτα, με τεράστιο στήθος παραμάνας: και στη μέση, άγριος, με γκρίζα θυμωμένα μάτια, μ' έναν αψηλό σκούφο αστρακάν, ο Κεμάλ-πασάς.
<br>Όλοι αγαθοί άνθρωποι, δουλευταράδες, καλοί νοικοκυραίοι, πλούσιο το χωριό, κι ο 'Αγάς του καλός άνθρωπος κι αυτός, μερακλής, που πολύ αγαπάει τη ρακή, τις βαριές μυρωδιές, μόσκο και πατσουλί, και το αφράτο τουρκόπουλο, που κάθεται ζερβά του, στο βελουδένιο μαξιλάρι. Κοιτάζει τώρα τους χριστιανούς, όπως κοιτάζει ο βοσκός τα καλοθρεμμένα αρνοπρόβατά του και χαίρεται.
<br>«Καλοί άνθρωποι, συλλογιέται, γέμισαν κι φέτο το κελάρι μου πεσκέσια της Λαμπρής - τυριά, κουλούρες σουσαμωτές, τσουρέκια, κόκκινα αυγά... Ένας, ας είναι καλά, μου 'φερε κι ένα λαγηνάκι χιώτικη μαστίχα για το Γιουσουφάκι μου, να μασάει και να μυρίζει το στοματάκι του...».
<br>Είπε, κι έριξε μια τρυφερή ματιά στο αγαδόπουλο που μασούσε μαστίχα, παχουλό κι αποχαυνωμένο.
Κι έτσι που συλλογιόταν το κελάρι του γεμάτο αγαθά, και σιγοψιχαλίζει, και γυάλιζαν οι πέτρες, και τα κοκόρια άρχισαν να λαλούν, και δίπλα του, κουλουριαστό στα πόδια του, το Γιου σουφάκι μασούσε μαστίχα και χτυπούσε ευτυχισμένο τη γλώσσα του , ο Αγάς ένιωσε ξαφνικά την καρδιά του να ξεχειλίζει, σήκωσε το λαιμό, έκανε ν' αρχίσει τον αμανέ, μα βαρέθηκε.
Γυρνάει στο σεΐζη του και του γνέφει να βαρέσει την τρουμπέτα, να σωπάσει ο λαός κι ύστερα γυρνάει ζερβά του:
<br>– Τραγούδησε μου, Γιουσουφάκι, να 'χεις την ευχή μου, τραγούδησε μου το «Ντουνιά ταμπίρ, ρουγιά ταμπίρ, αμάν, αμάν!», τραγούδησε μου το, γιατί θα πλαντάξω!
<br>Το παχουλό παιδόπουλο αποτραβάει χωρίς βιάση τη μαστίχα από το στόμα του, την κολνάει στο γυμνό γόνατό του, ακουμπάει τη δεξιά του παλάμη στο μάγουλο κι αρχίζει τον αγαπημένο αμανέ του 'Aγα του: «Κόσμος κι όνειρο είναι ένα, αμάν, αμάν!» Παθητικιά, ναζλίδικη, ή φωνή ανέβαινε, κατέβαινε, γουργούριζε σαν περιστέρα. Κι ό Αγάς έκλεισε τα μάτια, κι όλη την ώρα που βαστούσε ο άμανές τόσο ήταν βαλαντωμένος που χε ξεχάσει να πιεί.
<br><br>
<br>-Είναι στα κέφια του ο Αγάς , μουρμούρισε ο Κωσταντής σερβίροντας τους καφέδες ας είναι καλά ή ρακή.
<br>Aς είναι καλά το Γιουσουφάκι, είπε χαμογελώντας πικρά ο Γιαννακός, ο πραματευτής και γραμματοφόρος του χωριού, με τα κάτασπρα κοντοστρόγγυλα γένια και τα πουλίσια, άρπαχτικά μάτια.
<br>-Ας είναι καλά η μοίρα ή στραβή που τον έκαμε αυτόν 'Αγά κι εμάς ραγιάδες, μουρμούρισε ο αδερφός του παπά, 0 Χατζη-Νικολής, που έκανε το δάσκαλο του χωριού, ξερακιανός, με γυαλάκια και μ' ένα χοντρό μυτερό καρύδι του λαιμού, που ανεβοκατέβαινε, όταν μιλούσε. |
<br>Πήρε φωτιά, θυμήθηκε τους προγόνους, αναστέναξε:
<br>-Μια φορά, εξακολούθησε, κρατούσαν τα χώματα τούτα oί δικοί μας, οι "Ελληνες, γύρισε ο τροχός κι ήρθαν οι Βυζαντινοί, Έλληνες κι αυτοί και χριστιανοί, ξαναγύρισε ο τροχός κι ήρθαν οί Αγαρηνοί... Μ αναστήθηκε ο Χριστός, παιδιά, Θ' αναστηθεί κι η πατρίδα!
<br>-Κωσταντή, έλα κέρασε τα παλικάρια!
<br>Ωστόσο ο αμανές τέλεψε, το τουρκόπουλο ξανάβαλε στο στόμα του τη μαστίχα κι άρχισε πάλι ν' αναχαράζει, αποχαυνωμένο. Βάρεσε ξανά η τρουμπέτα, μπορούσαν τώρα οι ραγιάδες να γελούν και να φωνάζουν λεύτερα.
<br><br>Ο καπετάν Φουρτούνας, ένας από τους πέντε δημογέροντες του χωριού, πρόβαλε στην πόρτα τού καφενέ , Αψηλός , κορμάτος, παλιός καραβοκύρης, που χρόνια αλώνιζε τη Μαύρη Θάλασσα κουβαλώντας ρούσικο σιτάρι και κάνοντας κοντραμπάντο. Τρίχα δεν είχε το πρόσωπό του σπανός και μαυροκίτρινος, ταγαριασμένος, με βαθιές ζαρωματιές, και τα μάτια του τα μικρά, τα κατάμαυρα, σπίθιζαν. Γέρασε, γέρασε και το καράβι του, τσακίστηκε μια νύχτα απ έξω από την Τραπεζούντα, κι ο καπετάν Φουρτούνας, καραβοτσακισμένος, μπουχτισμένος γύρισε στο χωριό του να σουρώσει όσο μπορεί περισσότερη ρακή και σαν έρθει η ώρα η καλή, να γυρίσει το πρόσωπό του κατά τον τοίχο και να πεθάνει. Πολλά είχαν δει τα μάτια του,βαρέθηκε, δεν βαρέθηκε, κουράστηκε, μα ντρέπουνταν να το μολοήσει.
<br>
Φορούσε σήμερα τις αψηλές καπετανίστικες μπότες του, τον κίτρινο του μουσαμά και το αρχοντικό καλπάκι από αληθινό αστρακάν. Κρατούσε και το αψηλό ραβδί του του δημογέροντα. Δυο τρεις χωριανοί προσηκώθηκαν να τον καλέσουν να πάρει μια ρακή.
<br>- Δεν έχω καιρό, παιδιά, μήτε για ρακή, είπε: Χριστός ανέστη! Πάω στο αρχοντικό του παπά, που έχουμε σύναξη οι προεστοί. Σε μιά ώρα να κοπιάσετε κι όσοι από σας είστε καλεσμένοι κάντε το σταυρό σας κι ελάτε, καλά να το κατέχετε, έχουμε σήμερα δουλειά. Κι ένας να πάει να φωνάξει τον Παναγιώταρο το σαμαρά, με του διαβόλου τα γένια αυτόν τον έχουμε μεγάλη ανάγκη.
<br>Σώπασε μια στιγμή, τα μάτια του έπαιξαν παμπόνηρα:
<br>-Άν δεν είναι σπίτι του, θα 'ναι στης χήρας, είπε κι όλοι ξέσπασαν στα γέλια.
<br>Μα ο γερο-Χριστοφής και αγωγιάτης, που 'χε μάθει στα νιάτα του, κι ας το πλέρωσε ακριβά, τι θα πει σεβντάς, πετάχτηκε απάνω:
<br>- Τι γελάτε, μωρέ σερσέμηδες; φώναξε. Καλά κάνει φωτιά στα τόπια, μωρέ Παναγιωταρεα , και μην τους ακούς! Λίγη είναι η ζωή, πολύς ο θάνατος, βίρα!
<br>Ο χοντρο-Δημητρός ο χασάπης κούνησε το φρεσκοξουρισμένο κεφάλι: 'Ο Θεός να 'χει καλά τη χήρα την Κατερίνα μας, είπε, "Ο διάολος ξέρει από τα κέρατα μας γλιτώνει! "Ο καπετάν Φουρτούνας γέλασε.
<br>- Βρε παιδιά, είπε, μη μαλώνετε. Στράφηκε, είδε το δάσκαλο
<br>- Χατζη-Νικολή μου, του κάνει, ακόμα είσαι εδώ; Προεστός είσαι και του λόγου σου, έχουμε σύναξη. Σχολείο έκανες και τον καφενέ, σχόλασε κι έλα!
<br>- Να 'ρθω κι εγώ, είπε ο γερο-Χριστοφής κι έπαιξε το μάτι στην παρέα, κάνω για Ιούδας. Μά ο καπετάν Φουρτούνας είχε πάρει την ανηφοριά, βαριά ακουμπώντας το ραβδί του στο καλντερίμι. Δεν ήταν στα καλά του σήμερα τον έσφαζαν πάλι οι ρευματισμοί, μάτι δεν είχε κλείσει όλη νύχτα. "Ηπιε πρωί πρωί δυό τρία νεροπότηρα ρακή, για γιατρικό, μα του κάκου: οι πόνοι δε σκολνούσαν. Μήτε ή ρακή τους έβανε κάτω.
<br>-Μωρέ, αν δεν ντρεπόμουν, μουρμούρισε, κι άρχιζα τις φωνές, μπορεί ν' αλάφρωναν οι πόνοι μα έλα που δε με αφήνει το παντέρμο το φιλότιμο! Και πρέπει να περπατώ ντούρος και να κάνω πως γελώ. Κι αν πέσει χάμω το ραβδί μου, να μην αφήσω κανέναν κερατά να με βοηθήσει, μά να σκύψω μοναχός μου να το πιάσω,
«Δάγκανε, μωρέ καπετάν Φουρτούνα, τα χείλη, όρτσα τα πανιά, κατακέφαλα στο κύμα, βάρδα μήν ντροπιαστείς! Μπόρα είναι, μαθές, κι η ζωή, θα περάσει!»
<br><br>
....<br>....<br>....<br>
(Ο ΠΑΠΑΣ ΤΗΣ ΛΥΚΟΒΡΥΣΗΣ)<br>
"-Ψωριάριδες, ψειριάριδες, ρεμπέτες, φώναξε, πού δεν έχετε μια πατουχιά χώμα και φωνάζετε: "Είμαστε αδέρφια!", γιατί; για να μοιράσουμε τάχα αδερφικά και να μας φάτε τα μισά... Ποιος σου' βαλε, μωρέ σεσέμη, τις παλάβρες αυτές στο κεφάλι;
<br>-Ο Χριστός, αποκρίθηκε ο Μανολιός.
<br>-Τον κακό σου τον καιρό. Ποιός Χριστός μωρέ; Ο δικός σας, όχι ο δικός μου."
<br>....<br>
(Ο ΠΑΠΑΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ)<br>
"-Πώς πρέπει να αγαπούμε το Θεό, γεροντά μου; ρώτησε.<br>
-Αγαπώντας τους ανθρώπους, παιδί μου.<br>
-Και πώς πρέπει να αγαπούμε τους ανθρώπους;<br>
- Μοχτώντας να τους φέρουμε στο σωστό δρόμο.<br>
-Και ποιος είναι ο σωστός δρόμος;<br>
-Ο ανήφορος."
(απόσπασμα)Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Πλούταρχος · Περὶ σαρκοφαγίας λόγος Α΄
«Εσύ ρωτάς για ποιο λόγο ο Πυθαγόρας απέφευγε να τρώει κρέας,
εγώ, αντίθετα, απορώ τι έπαθε και τι ένιωθε ο πρώτος άνθρωπος
και ακούμπησε το στόμα του σε αίμα σκοτωμένου πλάσματος,
πλησίασε τα χείλη του σε σάρκα πεθαμένου ζώου και,
παραθέτοντας σε τραπέζι μπαγιατεμένα πτώματα, ονόμασε
λιχουδιές και νοστιμιές τα μέρη που λίγο πριν βρυχόνταν,
μιλούσαν, κινούνταν και έβλεπαν. Πώς τα μάτια του άντεξαν να
δουν αίμα πλασμάτων που σφάζονταν, γδέρνονταν, διαμελίζονταν,
πώς η όσφρησή του άντεξε την αποφορά, πώς η σκέψη του
μιάσματος δεν απέτρεψε τη γλώσσα να αγγίζει ξένα έλκη και να
απολαμβάνει τους χυμούς και τα υγρά θανάσιμων τραυμάτων.
Τα δέρματα ανατρίχιασαν και τα κρέατα γύρω στις σούβλες
μούγκρισαν ψημένα και ωμά, όταν ακούστηκε η φωνή των βοδιών
(απόσπασμα από μία ωδή του Πινδάρου).
Τούτο βέβαια είναι πλάσμα της φαντασίας και μύθος, το δείπνο
όμως είναι στ’ αλήθεια τερατώδες, να πεινάει κάποιος για ζώα που
μουγκρίζουν ακόμα, να υποδεικνύει με ποια ζώα πρέπει να
τρεφόμαστε, και να επινοεί μεθόδους για την άρτυση, το ψήσιμο
και το σερβίρισμα των φαγητών. Την περίπτωση εκείνου που
εγκαινίασε την τακτική τούτη πρέπει να εξετάσει κάποιος και όχι
αυτού που τη σταμάτησε έστω και αργά
Ή μήπως, όσον αφορά εκείνους που πρώτοι δοκίμασαν να φάνε
κρέας, θα πρέπει να πούμε πως τους έσπρωξε η φτώχεια, διότι ούτε
τον καιρό τους περνούσαν με την εκπλήρωση άνομων επιθυμιών
ούτε, έχοντας σε υπεραφθονία τα αναγκαία, ξεπέρασαν τα όρια
προς τις ηδονές παρά φύση, αδιαφορώντας για τα άλλα ζωντανά
πλάσματα και κατέληξαν σε αυτή την πρακτική, αλλά θα έλεγαν, αν
τώρα δα ανακτούσαν αίσθηση και φωνή: Ευλογημένοι κι
αγαπημένοι των θεών εσείς οι τωρινοί, τι εποχή σας έλαχε να
ζήσετε, να καρπώνεστε και να απολαμβάνετε κληρονομιά τα
άφθονα αγαθά! Πόσα φυτρώνουν για σας και πόσα τρυγάτε! Πόσο
πλούτο από τους κάμπους, πόσες ηδονές μπορείτε να δρέπετε από
τα φυτά! Έχετε τη δυνατότητα να καλοπερνάτε χωρίς να λερώνετε
τα χέρια σας με αίμα!
Εμάς όμως δέχτηκε μέρος του χρόνου ζωής πολύ σκυθρωπό και
φοβερό, αφού από την ώρα που γεννηθήκαμε πέσαμε σε μεγάλη
και πνιγηρή φτώχεια. Συγκομιδή ήμερων καρπών δεν υπήρχε, ούτε
εργαλείο τέχνη ούτε ίχνος επινοητικότητας. Η πείνα δεν μας έδινε
χρονικά περιθώρια ούτε ο σπόρος μπορούσε τότε να περιμένει τις
εποχές τους έτους. Πού το παράξενο λοιπόν, αν φάγαμε σάρκες
ζώων παρά τις επιταγές της φύσης, τότε που και η λάσπη τρωγόταν
και ο φλοιός του δέντρου φαγώθηκε και το να βρεις άγρωστη με
βλαστάρια ή καλαμιού ρίζα ήταν ευτύχημα; Όταν γευτήκαμε και
φάγαμε βελανίδια, χορέψαμε από τη χαρά μας γύρω από μια
βελανιδιά, αποκαλώντας τη δωρήτρια ζωής, μητέρα και τροφό.
Αυτή ήταν η γιορτή που γνώριζε τότε η ζωή, ενώ όλα τα άλλα ήταν
μελαγχολικά και άγρια. Εσάς τους τωρινούς όμως ποια λύσσα και
ποια αχόρταγη λαχτάρα σάς οδηγεί να βάφετε τα χέρια σας με αίμα
τη στιγμή που σας προσφέρονται τόσα για τις ανάγκες σας; Γιατί
κατηγορείτε άδικα τη γη ότι πως δεν μπορεί να σας τρέφει; Γιατί
ασεβείτε προς τη θεσμοφόρο Δήμητρα και προσβάλλετε τον ήμερο
και μειλίχιο Διόνυσο, λες και δεν παίρνετε αρκετά από αυτούς; Δεν
ντρέπεστε να ανακατεύετε τους ήμερους καρπούς με αίμα από
σφαγή; Αποκαλείτε άγρια ζώα τα φίδια, τις λεοπαρδάλεις και τα
λιοντάρια, ενώ οι ίδιοι σφάζετε και σκοτώνετε χωρίς να τους
αφήνετε περιθώρια να σας ξεπεράσουν σε ωμότητα. Για εκείνα, τα
σκοτωμένα ζώα είναι τροφή, για εσάς λιχουδιά»
---------------------------------------
Στο δοκίμιο αυτό ο Πλούταρχος προβάλλει μια πρωτοποριακή για την εποχή του υπεράσπιση των ζώων και αμφισβητεί την ηθική νομιμότητα της κρεοφαγίας. Με έντονο συναισθηματισμό και ισχυρή επιχειρηματολογία, παρουσιάζει τον άνθρωπο όχι ως κυρίαρχο της φύσης αλλά ως μέρος της, καλώντας τον να δείξει σεβασμό και εγκράτεια απέναντι σε κάθε μορφή ζωής. Για τον λόγο αυτό το κείμενο θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα φιλοζωικά κείμενα της αρχαιότητας.
απόσπασμαΔιάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Μπακ Περλ · Η μάνα
Έχει καμιά διαφορά η μια μέρα από την άλλη κάτω από τον ουρανό για μια μάνα; To πρωί η μάνα ξύπνησε και σηκώθηκε πριν ακόμα χαράξει η αυγή, κι ενώ οι άλλοι κοιμόντουσαν ακόμα, άνοιξε την πόρτα, έβγαλε τα πουλερικά* και το γουρούνι, πήγε το νεροβούβαλο μέσα στο μαντρί, και καθάρισε όσες βρομιές είχαν κάνει τη νύχτα, τις μάζεψε και τις έκανε ένα σωρό, σε μια γωνιά του μαντριού. Ενώ οι άλλοι ήταν ακόμη ξαπλωμένοι, πήγε στην κουζίνα, άναψε τη φωτιά και έβρασε το νερό για να πιούνε ο άντρας και η γριά όταν σηκώνονταν, και λίγο από αυτό το έριξε σε μια ξύλινη λεκάνη για να δροσίσει λίγο και να μπορέσει να πλύνει τα μάτια του κοριτσιού.
Κάθε πρωί τα μάτια του κοριτσιού ήταν σφιχτά κλεισμένα και δεν μπορούσε να δει καθόλου ώσπου να του τα πλύνει. Στην αρχή το παιδί φοβόταν, όπως και η μάνα, αλλά η γριά σφύριξε:
«Έτσι ήμουνα κι εγώ, σαν ήμουνα μικρή, μα δεν πέθανα!».
Τώρα το είχαν συνηθίσει και ήξεραν ότι δε σήμαινε τίποτε έξω από το ότι κάμποσα παιδιά ήταν έτσι κι ότι δεν πέθαναν από αυτό. Μόλις που είχε ρίξει νερό στη λεκάνη, όταν πρόβαλαν τα παιδιά, το αγόρι κρατώντας το κορίτσι από το χέρι. Είχαν βγει συρτά από το κρεβάτι χωρίς να κάνουν θόρυβο, χωρίς να ξυπνήσουν τον άντρα που έτρεμαν το θυμό του, γιατί παρ' όλους τους καλούς και κεφάτους τρόπους που είχε, όταν ήθελε να είναι κεφάτος και καλός, ο άντρας ήταν ικανός να θυμώσει και να τα ξυλοφορτώσει* άγρια αν τον ξυπνούσαν πριν από την ώρα του. Τα δυο τους στέκονταν βουβά στην πόρτα κοιτάζοντας τη μάνα και το αγόρι ανοιγόκλεινε τα μάτια του και χασμουριόταν, αλλά το κοριτσάκι καθόταν υπομονετικά περιμένοντας, με τα μάτια σχεδόν κατάκλειστα. Ύστερα η μάνα σηκώθηκε βιαστικά και παίρνοντας την γκρίζα πετσέτα που ήταν κρεμασμένη σ' έναν ξύλινο γάντζο, βούτηξε τη μια της άκρη στη λεκάνη και σιγά σιγά καθάρισε τα μάτια του κοριτσιού. Το παιδί κλαψούρισε, χωρίς να βγάζει ήχο από το στόμα του, μόνο με την ανάσα του, και η μάνα αναλογίστηκε, όπως κάθε πρωί:
«Δεν πρέπει λοιπόν να ξεχάσω την αλοιφή για τα μάτια αυτού του παιδιού. Κάποτε πρέπει να φροντίσω και γι' αυτό. Αν δεν το ξεχάσω όταν πουληθεί το φορτίο με το άχυρο του ρυζιού, την άλλη φορά, θα του πω να πάει σ' ένα μαγαζί με φάρμακα - υπάρχει κάποιο κοντά στην πύλη στα δεξιά, κατηφορίζοντας σ' ένα μικρό δρομάκι». Ενώ το σκεφτόταν αυτό, ο άντρας πρόβαλε στην πόρτα φορώντας τα ρούχα του. Χασμουρήθηκε δυνατά κι ύστερα έξυσε το κεφάλι του. Εκείνη είπε φωναχτά τη σκέψη της:
«Όταν θα πας να πουλήσεις αυτό το δεμάτι με το άχυρο του ρυζιού, να πας και σε κείνο το μαγαζί που είναι κοντά στην Πύλη του Νερού και να ζητήσεις καμιά αλοιφή ή κανένα άλλο φάρμακο για πονεμένα μάτια σαν και τούτα».
Όμως ο άντρας ήταν ακόμα βαρύς από τον ύπνο κι απάντησε θυμωμένα:
«Και γιατί να ξοδέψουμε από το λίγο έχει μας για πονεμένα μάτια, αφού δε θα πεθάνει ποτέ από δαύτα.* Είχα κι εγώ πονεμένα μάτια όταν ήμουνα μικρός κι ο πατέρας μου ποτέ του δεν ξόδεψε τα λεφτά του για μένα, μόλο που* ήμουνα ο μοναδικός γιος που του είχε απομείνει». H μάνα, καταλαβαίνοντας πως δεν ήταν κατάλληλη η στιγμή για να μιλήσει, δεν είπε τίποτε παραπάνω και πήγε να του βάλει το νερό του. Ήταν όμως κάπως θυμωμένη και δεν του το έδωσε στο χέρι, αλλά το άφησε στο τραπέζι για να το πάρει μόνος του, αλλά δεν είπε τίποτα και ξέχασε την υπόθεση, για την ώρα. H αλήθεια ήταν ότι πολλά παιδιά είχαν πονεμένα μάτια, και γίνονταν καλά όταν μεγάλωναν, όπως και ο άντρας, που, μόλο που τα μάτια του είχαν κάτι σημάδια γύρω από τα βλέφαρα, που φαίνονταν, αν τα κοίταζε κανένας κατά πρόσωπο, έβλεπε καλά όταν δεν ήταν πολύ μικρό εκείνο που περιεργαζόταν. Δεν ήταν όμως από κείνους τους μορφωμένους που ζούνε με τα βιβλία και πρέπει να βλέπουνε καλά, κι έτσι αυτό δεν είχε σημασία.
Ξάφνου η γριά αναταράχτηκε και φώναξε αδύναμα, και η μάνα τής έφερε ένα κύπελλο με ζεστό νερό, της το έδωσε να το πιει πριν σηκωθεί, και η γριά το ρούφηξε με θόρυβο και ρεύτηκε όλα τα κακά αέρια που έρχονταν από το άδειο στομάχι της, βόγκηξε λίγο και παραπονέθηκε για την ηλικία της, που την έκανε να νιώθει αδύναμη τα πρωινά. H μάνα γύρισε στην κουζίνα κι άρχισε να ετοιμάζει το πρωινό, και τα παιδιά κάθισαν κοντά της πάνω στο χώμα περιμένοντας κουβαριασμένα γιατί το πρωί ήταν κρύο. Το αγόρι σηκώθηκε στο τέλος και πήγε κοντά στη μάνα του που τάιζε τη φωτιά, αλλά το κορίτσι έμεινε μόνο του. Ξαφνικά ο ήλιος πρόβαλε πάνω από τους ανατολικούς λόφους και το φως ξεχύθηκε σε μεγάλες φωτεινές αχτίνες, που έπεσαν πάνω στα μάτια του παιδιού κι εκείνο τα έκλεισε αμέσως. Άλλοτε θα έκλαιγε, αλλά τώρα πήρε μόνο μια βαθιά ανάσα, όπως θα έκανε ένας μεγάλος, και κάθισε φρόνιμο με τα βλέφαρα σφιχτά κλεισμένα και δεν κουνήθηκε καθόλου μέχρι που ένιωσε τη μάνα του να του βάζει μπροστά του μια γαβάθα* με φαγητό. Ναι, είναι αλήθεια ότι όλες οι μέρες ήταν όμοιες για τη μάνα, αλλά ποτέ της δεν τις βρήκε στενόχωρες ή πληκτικές κι ήταν αρκετά ευχαριστημένη με το πέρασμά τους. Αν κανένας τη ρωτούσε, θ' άνοιγε διάπλατα εκείνα τα φωτεινά της μάτια και θα έλεγε: «Μα η γης αλλάζει από τη σπορά μέχρι τη συγκομιδή κι έπειτα είναι και το ωρίμασμα της σοδειάς από τη γη μας, και η πληρωμή των σπόρων στον ιδιοκτήτη για τη γη που νοικιάζουμε, κι είναι και οι γιορτές και οι σχόλες και η Πρωτοχρονιά, ναι, ακόμα και τα παιδιά αλλάζουν και μεγαλώνουν, και βρίσκω απασχόληση φτιάχνοντας κι άλλα, και για μένα δεν υπάρχει τίποτα που να μην αλλάζει και όλα αλλάζουν αρκετά για να με κάνουν να δουλεύω από την αυγή ώσπου να πέσει το σκοτάδι, τ' ορκίζομαι».
Όταν της περίσσευε λίγος χρόνος, υπήρχαν άλλες γυναίκες στο χωριουδάκι, αυτή που ήταν να γεννήσει κι εκείνη που θρηνούσε ένα παιδί που είχε χάσει, ή μια άλλη που είχε κάποιο σχέδιο να κεντήσει ένα λουλούδι πάνω σε παπούτσι ή κανένα καινούριο τρόπο για να κοπεί ένα πανωφόρι. Ήταν και μέρες που πήγαινε στην πόλη για να πουλήσει σπόρο ή λάχανα μαζί με τον άντρα της, κι εκεί στην πόλη μπορούσες να δεις περίεργα πράγματα και να τα σκεφθείς, αν βέβαια περίσσευε χρόνος για σκέψη. Αλλά η αλήθεια ήταν ότι αυτή η γυναίκα ήταν από κείνες που μπορούσαν να ζουν ικανοποιημένες με τον άντρα και τα παιδιά χωρίς να σκέφτονται τίποτε άλλο. Εκείνης της έφτανε να γνωρίζει συχνά όλο τον πόθο του άντρα, να πιάνει παιδί μ' αυτόν, να ξέρει ότι μια ζωή μεγαλώνει μέσα στο ίδιο της το κορμί, να νιώθει αυτή την καινούρια σάρκα να παίρνει μορφή και να μεγαλώνει, να γεννάει και να νιώθει τα μωρουδίστικα χείλια να πίνουν από το στήθος της. Της έφτανε να ξυπνάει με το χάραμα, να ταΐζει την οικογένειά της, να ταΐζει τα ζώα, να σπέρνει τη γης και να μαζεύει τον καρπό της, να τραβάει νερό από το πηγάδι για να πιουν, να περνάει μέρες ολάκερες στους λόφους συνάζοντας αγριόχορτα και να νιώθει τον ήλιο και τον άνεμο πάνω της. Χαιρόταν όλη τη ζωή της, τη γέννα, τη δουλειά στα χωράφια, τον ύπνο, το φαγητό και το νερό που έπινε, το σκούπισμα και το συγύρισμα του σπιτιού, τα καλά λόγια από τις γυναίκες του χωριού που την παίνευαν για την προκοπή και για το ράψιμό της. Ακόμα και ο τσακωμός με τον άντρα της ήταν καλός και δυνάμωνε το πάθος που ένιωθε ο ένας για τον άλλο. Έτσι ξυπνούσε κεφάτη κάθε πρωί. Αυτή τη μέρα, αφού έφαγε ο άντρας, κι αφού στέναξε, πήρε το σκαλιστήρι* του και ξεκίνησε κάπως άκεφα, όπως το συνήθιζε πάντα, για το χωράφι, κι εκείνη καθάρισε τις γαβάθες, έβαλε τη γριά να καθίσει στον ήλιο, κάτω από τη ζεστασιά του, και πρόσταξε τα παιδιά να μην παίζουν κοντά στη γούρνα.* Ύστερα πήρε το σκαλιστήρι της και ξεκίνησε κι εκείνη σταματώντας μια δυο φορές για να κοιτάξει πίσω της. H αδύναμη φωνή της γριάς μόλις που ακουγόταν και η μάνα χαμογέλασε και συνέχισε το δρόμο της. Το μόνο που μπορούσε να κάνει η γριά ήταν να προσέχει την πόρτα και το έκανε με περηφάνια. Μόλο που ήταν γριά και μισότυφλη, μπορούσε να διακρίνει αν πλησίαζε κανένας που δεν έπρεπε και θα έμπηγε αμέσως τις φωνές. Ήταν ενοχλητική γριά και οι ενοχλητικοί γέροι είναι χειρότεροι κι από τα παιδιά, γιατί δεν μπορείς να τους χαστουκίσεις όπως τα παιδιά. Κι όμως, όταν η γυναίκα του ξαδέρφου είπε κάποτε: «Θα είναι πολύ καλό για σένα να πεθάνει αυτό το γέρικο πράμα, που είναι τόσο γερασμένο και στραβό, κι όλο πόνους και γκρίνια για το φαγητό», η μάνα είχε απαντήσει με τον ήρεμο τρόπο που έπαιρνε όταν ένιωθε κάποτε κρυφή στοργή: «Ναι, αλλά είναι πολύ χρήσιμη ακόμα, για να μας φυλάει την πόρτα, κι ελπίζω ότι θα ζήσει μέχρι που να μεγαλώσει λίγο το κορίτσι».
Ναι, η μάνα ποτέ της δεν μπορούσε να κάνει την καρδιά της να σκληρύνει απέναντι σε μια γριά σαν κι εκείνη. Είχε ακούσει για γυναίκες που περηφανεύονταν ότι είχαν κηρύξει τον πόλεμο στα σπίτια τους ενάντια στις πεθερές τους και πως δεν μπορούσαν να ανεχτούνε τον κακό τους τρόπο. Όμως σ' αυτή τη νεαρή μάνα, η γριά φαινότανε σαν να ήτανε ένα ακόμα παιδί της, ολότελα ξεμωραμένο,* που ήθελε τούτο και το άλλο, όπως τα παιδιά. Έτσι καμιά φορά τής φαινόταν κουραστικό να τρέχει εδώ κι εκεί πάνω στους λόφους την άνοιξη, ψάχνοντας να βρει ένα χόρτο που πολύ το 'χε πεθυμήσει η δύστυχη γριά, όμως, όταν έφτασε κάποιο καλοκαίρι κι έπεσε βαριά διάρροια στο χωριό, τόσο βαριά που πέθαναν δυο ολόγεροι άντρες, μερικές γυναίκες και πολλά μικρά παιδιά, και η γριά ήταν του θανατά, ή τουλάχιστον έτσι τους φαινόταν, αγόρασαν το καλύτερο φέρετρο που μπόρεσαν να βρουν και το ετοίμασαν. Η γριά όμως δεν πέθανε και η νεαρή μάνα ένιωσε αληθινή χαρά όταν την είδε πως γαντζώθηκε στη ζωή και κατάφερε να ζήσει. Ναι, μόλο που η σκληρόπετση* γριά είχε λιώσει δυο νεκρικά φορέματα, η μάνα ήταν ευτυχισμένη που ζούσε ακόμα. Όλο το χωριό το είχε για αστείο το πώς κρεμόταν στη ζωή. Το κόκκινο ρούχο που είχε φτιάξει η μάνα για να τη θάψει, το φορούσε κάτω από το γαλάζιο, όπως ήταν έθιμο σ' εκείνα τα μέρη, μέχρι που να λιώσει και να πεταχτεί και η γριά ανυπομονούσε και δεν αισθανότανε καλά ώσπου η μάνα τής ετοίμασε καινούριο. Και τώρα, φορούσε αυτό το δεύτερο χαρούμενη κι αν κανένας τής φώναζε: «Ακόμα εδώ είσαι, γριούλα;», απαντούσε κεφάτα: «Ναι, εδώ είμαι και φοράω τα καλά μου νεκρικά φορέματα. Εκείνα λιώνουν, εγώ ζω. Τα λιώνω και ούτε που ξέρω πόσα θα λιώσω ακόμα».
Και η γριά γελούσε καθώς σκεφτόταν πόσο όμορφο αστείο ήταν που ζούσε και που δεν έλεγε να πεθάνει.
Τώρα, κοιτάζοντας πίσω, η μάνα χαμογέλασε κι άκουσε τη φωνή της γριάς: «Ησύχασε, καλή μου κόρη — εγώ είμαι εδώ και φυλάω την πόρτα». Ναι, θα της λείψει πολύ όταν θα πεθάνει αυτή η γέρικη ψυχή. Αλλά τι σημασία έχει που θα της λείψει; Η ζωή ερχόταν κι έφευγε την ορισμένη ώρα και δεν μπορείς να ελπίζεις πως θα ξεφύγεις από την ώρα σου. Κι έτσι η μάνα συνέχισε ήσυχη το δρόμο της.
Π. Μπακ, Η μάνα,
μτφρ. Κώστας Κυριαζής, Εκδόσεις Πάπυρος
[πηγή: Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο]
Εμφανίζονται 1–4 από 4 καταχωρίσεις